Ήταν νωρίς το πρωί της 14ης Οκτωβρίου 1852 και στο λιμάνι του Ναυπλίου είχαν αρχίσει οι προετοιμασίες για τον απόπλου της κορβέτας του Βασιλικού Ναυτικού ΑΜΑΛΙΑ, ένα από τα μεγαλύτερα πλοία του στόλου, με τελικό προορισμό το λιμάνι του Πειραιά. Το ταξίδι αυτό η κορβέτα το πραγματοποιεί δύο φορές την εβδομάδα, μεταφέροντας την κρατική και ιδιωτική αλληλογραφία καθώς και κρατικούς υπαλλήλους. Στις 8 ακριβώς το πλοίο απέπλευσε. Οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, ηλιοφάνεια και ούριο αεράκι. Το ταξίδι συνεχίστηκε απρόσκοπτα μέχρι που το πλοίο άφησε στα αριστερά του την Αίγινα. Ήταν πέντε περίπου το απόγευμα, όταν ο ουρανός σκοτείνιασε και ο άνεμος γύρισε σε νοτιοανατολικός. Στην αρχή το πλήρωμα έκανε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για να αντιμετωπίσει την νέα κατάσταση. Σε μισή ώρα, όμως, τα πάντα είχαν αλλάξει. Ο άνεμος είχε μετατραπεί σε θύελλα που ενίσχυε ακόμη περισσότερο τη δύναμη της βροχής, που έπεφτε ή μάλλον στροβιλιζόταν στον αέρα μαστιγώνοντας αλύπητα σκάφος και πλήρωμα. Η διαταγή του πλοίαρχου για μάζεμα των ιστίων έμεινε ανεκπλήρωτη γιατί σε λίγα μόλις λεπτά της ώρας η θύελλα άρπαξε όχι μόνο τα ιστία αλλά και τους ιστούς της Αμαλίας. Το πλοίο έμεινε ακυβέρνητο. Με μεγάλη ταχύτητα ο άνεμος και τα κύματα το σπρώχνουν προς την νότια ακτή της Σαλαμίνας, στην περιοχή Λαμπρινό-Περιστέρι. Όλα εξελίχτηκαν με τόση μεγάλη ταχύτητα, ώστε μόλις που πρόλαβε ο πλοίαρχος να διατάξει την πόντιση των δύο αγκυρών του πλοίου, μήπως και περιόριζε με αυτό τον τρόπο τη σφοδρότητα της πρόσκρουσης στα βράχια. Την ίδια στιγμή, χωρίς να υπάρχει διαταγή εγκατάλειψης, ο υποφροντιστής της κορβέτας όρμησε στη θάλασσα. Δεινός κολυμβητής, σίγουρος για τον εαυτό του, θεώρησε πως αυτό ήταν ο μόνος τρόπος σωτηρίας από την επικείμενη κατασυντριβή του πλοίου. Όμως η προσπάθεια με τις άγκυρες είχε σωτήρια αποτελέσματα. Οι άγκυρες μείωσαν την ταχύτητα και το πλοίο, ευτυχώς, προσάραξε στη βραχώδη ακτή και σφηνώθηκε ανάμεσα σε δύο βράχους, χωρίς να διαλυθεί. Όταν το πλήρωμα και οι επιβάτες συνήλθαν από το τράνταγμα της πρόσκρουσης, και αντιλήφθηκαν ότι το σκαρί έχει ακινητοποιηθεί σε μικρή απόσταση από την βραχώδη ακτή, αμέσως ένιωσαν ανακούφιση. Οι επικλήσεις στους αγίους για σωτηρία, με προτίμηση στον άγιο Νικόλαο, μετατράπηκαν σε ευχαριστίες και δάκρυα χαράς. Μια φαρδιά και μακριά ξύλινη τραβέρσα ένωσε το πλοίο με την στεριά και μετά από λίγη ώρα όλοι, πλήρωμα και επιβάτες είχαν διεκπεραιωθεί στην στεριά ασφαλείς. Ο ύπαρχος έκανε προσκλητήριο επιβαινόντων που δυστυχώς έδειξε πως έλειπε ο υποφροντιστής. Με φωνές και αναμμένες δάδες, παρά την φοβέρη θύελλα, προσπάθησαν να τον αναζητήσουν. Δυστυχώς, όμως, το πρωί με το πρώτο φως της ημέρας, όταν η φύση είχε γαληνέψει, ο υποφροντιστής βρέθηκε σφηνωμένος στα βράχια, φρικτά παραμορφωμένος, έχοντας πάθει αυτό ακριβώς που προσπάθησε να αποφύγει.
Η θύελλα δεν έρριξε στα βράχια μόνο την ΑΜΑΛΙΑ, αλλά προκάλεσε και πολλές καταστροφές στο λιμάνι του Πειραιά, άρπαξε πολλές στέγες και κεραμίδια στην Αθήνα, έρριξε καταγής και έναν από τους κίονες του ναού του Ολυμπίου Διός. Θάνατος όμως μόνο ένας συνέβη, αυτός του υποφροντιστή. Όταν μαθεύτηκε, κάποιοι από τους συναδέλφους του στο πλοίο που υπηρετούσε μέχρι πριν τρεις μήνες, την κορβέτα ΟΘΩΝ, θυμήθηκαν τον άτυχο συνάδελφό τους να έχει αναλάβει την φύλαξη του πασίγνωστου στο πανελλήνιο ιερομόναχου Χριστόφορου Παπουλάκου, όταν μετά τη σύλληψή του στη Μάνη, τον μετέφεραν στον Πειραιά. Ο Παπουλάκος ήταν ένα καλοστεκούμενο γεροντάκι, κοντά στα 80, που φορούσε ένα ρυπαρό και τριμμένο ράσο, καταδικασμένος από την Ιερά Σύνοδο για τα αιρετικά, κατ’αυτήν, και στασιαστικά του κηρύγματα. Όλοι που βρέθηκαν πάνω στον ΌΘΩΝΑ εκείνο το διήμερο θυμούνται την αναιτιολόγητη σκληρότητα με την οποία αντιμετώπισε το πονηρό γεροντάκι ο υποφροντιστής. Το γεροντάκι, που λίγες ημέρες πριν παρολίγο να βαδίσει μαζί με τους οπαδούς του για να «απελευθερώσει» την Καλαμάτα, ήταν απόλυτα συνεργάσιμο κατά την μεταγωγή του, αλλά ο ναυτικός συνέχεια του φώναζε και το κακομεταχειρίζονταν, παρά τις διαταγές του πλοιάρχου για το ακριβώς αντίθετο. Όλοι θυμήθηκαν τις σκληρές σκηνές και μεταξύ τους συμφώνησαν πως ο Παπουλάκος, στα αλήθεια «άγιος άνθρωπος», τιμώρησε για την ασέβεια προς το πρόσωπό του του υποφροντιστή, ενώ από την άλλη μεσίτευσε στον Μεγαλοδύναμο να σωθούν οι υπόλοιποι. Το «θαύμα» αναπαράχθηκε, όπως συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις, σε πολλές παραλλαγές και από το λιμάνι του Πειραιά, ακολουθώντας τον δημόσιο δρόμο ανήφορισε κατά την Αθήνα. Ένας νέος «άγιος» έπαιρνε τη θέση του στις λαϊκές δοξασίες, ο άγιος των φτωχών, ο Παπουλάκος.
Ποιος ήταν όμως αυτός ο «άγιος» που έσωζε τους ευσεβείς και τιμωρούσε σκληρά τους ασεβείς και βλάσφημους;
Όποιος μελετήσει τη σύντομη δράση του ιερομόναχου Χριστόφορου Παπουλάκου, κατά κόσμο Χριστόφορου Παναγιωτόπουλου, θα εντυπωσιαστεί με την επίδραση που είχε το κήρυγμά του στις κοινωνίες των περιοχών που επισκέφτηκε στην Πελοπόννησο. Χωρίς σχεδόν καμία παιδεία, αλλά διαθέτοντας θερμή ευγλωττία σαγήνευε τα πλήθη, τα οποία συγκεντρώνονταν κατά χιλιάδες για να τον ακούσουν και να λάβουν την ευλογία του. Η ευλάβεια και η κατάνυξη με την οποία άκουγαν τους λόγους του, σύντομα συνοδεύτηκε μ’αναφορές σε δήθεν θαύματά του, τα οποία διαδίδονταν και συγχρόνως διογκώνονταν από στόμα σε στόμα. Η επιρροή του, όπως και το κήρυγμά του, σύντομα ξέφυγαν από το θεολογικό πλαίσιο και απέκτησαν αντιδυναστικά χαρακτηριστικά, με όχημα τον σφοδρό αντικαθολικισμό του Παπουλάκου.
Ο Παπουλάκος γεννήθηκε στο χωριό Άρμπουνα της επαρχίας Καλαβρύτων γύρω στο 1770. Κάποια στιγμή αποφάσισε να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο. Αρχικά μόνασε στην Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου, ενώ αργότερα ασκήτεψε σε καλύβι κοντά στο χωριό του. Έμεινε στην απομόνωση για περίπου 20 χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων έμαθε γραφή και ανάγνωση. Το 1850, σε ηλικία 80 ετών, έντονα επηρεασμένος από τα κηρύγματα του Κοσμά Φλαμιάτου, με τον οποίο είχε γνωριστεί στο Μέγα Σπήλαιο και είχαν επανιδρύσει στην Πάτρα την Φιλορθόδοξη Εταιρεία, ο Παπουλάκος πήρε την απόφαση να κηρύξει. Ο Χριστόφορος ήταν πεπεισμένος πως η ορθοδοξία βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο, και για αυτό κήρυττε την ανάγκη μετανοίας και προσευχής. Στην κριτική του περίοπτη θέση κατείχε η αντιορθόδοξη, όπως πίστευε, πολιτική του καθολικού βασιλιά Όθωνα. Η φήμη του διαδόθηκε γρήγορα, αφού είχε τον δικό του τρόπο να συνεπαίρνει το κοινό του. Η πρώτη του περιοδεία, το 1850-1, διακόπηκε μετά από παρέμβαση του επισκόπου Καλαβρύτων, ο οποίος του επέβαλε επιτίμια και εξάμηνη απαγόρευση διενέργειας κηρύγματος.
Το φθινόπωρο, όμως, του ίδιου έτους, ο Παπουλάκος αρχίζει και πάλι το κήρυγμα. Άρχισε την τελευταία περιοδεία του από την επαρχία Ολυμπίας, στην συνέχεια δίδαξε στην επαρχία Τριφυλίας, κατευθύνθηκε στην Αρκαδία και μέσω Λακωνίας κατέληξε στην Μεσσηνία και στις 10 Οκτωβρίου 1851 στην πόλη της Καλαμάτας. Ο Μπάμπης Άννινος σημειώνει στα Ιστορικά του σημειώματα για τον Παπουλάκο : «η φήμη αυτού είχε διασπαρεί ήδη καθ’όλην την Πελοπόννησον και πανταχού εγίνετο δεκτός μετ’ενδείξεων απεριορίστου σεβασμού. […] Έκτοτε ήρχισεν η συνήθεια τού ν’ αποκόπτουν τεμάχια μικρά εκ τού ράσου τού Χριστοφόρου και νά κατασκευάζουν εξ αυτών περίαπτα προς ευσεβήν ανάμνησιν. Τα περίαπτα ταύτα εθεωρούντο αλεξιτήρια παντός κακού, αι δέ γυναίκες, αι ιδιαιτέραν τρέφουσαι στοργήν και ευλάβειαν προς τον μοναχόν, εφύλαττον ταύτα παρά τας άγιας εικόνας, ή τ’ ανήρτων από του τραχήλου των τέκνων των».
Όταν εισήλθε στην Καλαμάτα έγινε δεκτός με ενθουσιασμό και μεγάλο σεβασμό. Μίλησε από μία εξέδρα, η οποία είχε στηθεί για αυτό ακριβώς το λόγο, αλλά το κήρυγμά του, όπως καταφαίνεται από την αναφορά του νομάρχη Μεσσηνίας, ο οποίος ήταν παρών στην ομιλία, εξελίχθηκε σε επίθεση εναντίον όλων: «Πλήθος τον προέπεμπεν ερχόμενον εκ Λακωνίας και ολόκληρος η πόλις τον υπεδέχθη μετ’ ενθουσιασμού και αυτοί οι νοημονέστεροι πολίται, προκατειλημμένοι από τήν φήμην, περιέμενον ανυπομόνως να τον ακούσουν. Αλλά μόλις απήγγειλε τήν πρώτην του ομιλίαν, τής οποίας αυτήκοος υπήρξα και εγώ, αι προσδοκίαι παντός νοήματος δεν εβράδυναν νά διαψευσθούν. Τό προσωπείον του έπεσεν εις τήν πόλιν ταύτην, παρετηρήθη ευθύς ότι είναι χυδαίος, αγοραίος εις τας ιδέας, χωρίς κρίσιν καί νουν, ότι αισχρολογεί ανηκούστους αισχρολογίας και προσβάλλει τήν ηθικήν. [ ….] Ελάλησε κατά τού όρκου τού διδόμενου ενώπιον των Δικαστηρίων εις πολιτικάς και ποινικάς υποθέσεις· παρέστησεν ότι ο όρκος αντιβαίνει εις τας παραγγελίας τού Ευαγγελίου, ότι ενώ επί Τουρκοκρατίας δεν ήτο εις χρήσιν, προ είκοσιν ετών (αινιττόμενος διαρρήδην την εποχήν αφ’ ής εγκατεστάθη η Βασιλεία είς τήν Ελλάδα) ο όρκος επολλαπλασιάσθη·εξύβρισε τήν επιβάλλουσαν τούτον νομοθεσίαν μας και τα Δικαστήρια, εις ά μεταφέρεται από τήν Εκκλησίαν καί το Ιερόν Ευαγγέλιον διά τας ορκοδοσίας, τά απεκάλεσε Γυφτόσπιτα! Απτόμενος τής καταστάσεως των θρησκευτικών, είπεν ότι δεν έχομεν Πατριάρχην, Αρχιερείς και άλλους λειτουργούς τής πίστεως, και […] ελάλησε κατά τής Αγγλίας, ως προσπαθούσης δήθεν νά κατακτήση τήν Ελλάδα». Έτσι ολοκληρώθηκε και η δεύτερη περιοδεία του. Αποσύρθηκε στην περιοχή Ερμιονίδος και την άνοιξη του επόμενου έτους, 1852, εμφανίζεται στη Μονεμβασιά και τον Απρίλιο αρχίζει να κηρύττει στα χωριά της Λακωνίας. Στην διάρκεια των κηρυγμάτων καταφέρεται εναντίον της Ιερά Συνόδου, της Αγγλίας αλλά και του βασιλικού ζεύγους, ενώ προετοιμάζει μεγάλη πορεία προς Κωνσταντινούπολη. Για περίπου ένα μήνα τριγυρίζει στη Μάνη ακολουθούμενος από εκατοντάδες οπαδούς του. Ο Έπαρχος Οιτύλου σε αναφορά του βρίσκει και θετικά στοιχεία στο κήρυγμα του Παπουλάκου, όπως ότι έγινε αιτία να συμφιλιωθούν οικογένειες που ήταν για πολλά χρόνια εγκλωβισμένες σε αιματηρές συγκρούσεις. Ο Έπαρχος διαπιστώνει ότι αν ο Χριστόφορος περιοριζόταν στο πρακτικό μέρος της θρησκείας, ο λόγος θα ήταν πολύ ωφέλιμος, λόγω της μεγάλης υπόληψης που απολάμβανε από το λαό. Στο μεταξύ οι τοπικές αρχές έχουν κινητοποιηθεί και με απειλές και νουθεσίες προσπαθούν να περιορίσουν τους οπαδούς του. Στις 15 Μαΐου η κυβέρνηση αποστέλλει στη Μάνη στρατιωτικές δυνάμεις υπό τον Γενναίο Κολοκοτρώνη , προκείμενου να αντιμετωπίσουν την έξαψη των παθών στην περιοχή εξαιτίας του κηρύγματος του Παπουλάκη. Την ίδια ημέρα η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος απευθύνει εγκύκλιο προς τους πιστούς της Λακωνίας με την οποία τους παροτρύνει να μην δίνουν σημασία στα κηρύγματα του μοναχού. Στις 17 του μήνα εκδηλώνεται η πρώτη προσπάθεια σύλληψης του Παπουλάκου. Ο αντισυνταγματάρχης Γερμανός Μαυρομιχάλης, μαζί με οπλισμένα μέλη της οικογένειάς του πηγαίνει στο Φλομοχώρι και τον συνταντά: «Καλόγερε, του λέει, ή θα παραδοθείς ή θα πας να κλειστείς στην σκήτη σου και να αφήσεις αυτό τον τόπο ήσυχο, γιατί τον εξωθείς σε εμφύλιο». Ο Παπουλάκος απάντησε «φεύγω, αλλά θα με ζητήσετε πάλι». «Φύγε», επανέλαβε ο Γερμανός, «φύγε όργανον τού Σατανά, και αν σε ζητήσουμεν επανέρχεσαι». Η προσπάθεια αυτή μπορεί να μην είχε ως αποτέλεσμα τη σύλληψη του Χριστόφορου, αλλά τον ανάγκασε να φύγει και μάλιστα με ειρηνικό τρόπο. Δεν είχε όμως την ίδια έκβαση μια άλλη απόπειρα που έγινε δύο ημέρες μετά· η προσπάθεια σύλληψης του Παπουλάκη στον δήμο Λεύκτρου της Λακωνίας από τον έπαρχο Οιτύλου και τον αντισυνταγματάρχη Πουλικάκο αποτυγχάνει λόγω της αντίδρασης του συγκεντρωμένου πλήθους, το οποίο με σφοδρό λιθοβολισμό αποτρέπει την σύλληψη. Ο Παπουλάκος καταφεύγει κρυφά στα Πηγάδια του δήμου Αβίας, όπου παραμένει έξι ημέρες, ώσπου αποφασίζει την πορεία προς την Καλαμάτα.
Οι Σπέτσες, στο μεταξύ, στις οποίες είχε διδάξει πριν από ημέρες ο Παπουλάκος, επικρατούσε αναβρασμός ανάμεσα στους κατοίκους, επειδή ιερείς διέδωσαν πως παρεμποδίζονται στην ιερουργία από κυβερνητικούς υπαλλήλους. Το συγκεντρωμένο πλήθος απαιτούσε την παράδοση της σφραγίδας του Επάρχου καθώς της εγκυκλίου της Ιεράς Συνόδου εναντίον του Παπουλάκη, προκειμένου να την κάψουν τελετουργικά. Ο Έπαρχος κυκλοφόρησε αμέσως εγκύκλιο με την οποία ζητούσε να σταματήσουν οι κάτοικοι να πηγαίνουν στην παραλία, από την οποία αναχώρησε ο Παπουλάκος, για να πάρουν βότσαλα τα οποία πίστευαν πως ήταν αγιασμένα «από τους ιερούς πόδας του Χριστοφόρου» φυλακτά!
Στις 24 Ιουνίου 1852 συνελήφθη επιτέλους από τις αρχές ο Χριστόφορος Παπουλάκος στην περιοχή της μονής Τζέγκου, στο δήμο Οιτύλου. Η όλη εκστρατεία σύλληψής του στοίχισε στο δημόσιο ταμείο 36.043, 78 δρχ. Τρεις ημέρες αργότερα μεταφέρθηκε στον Πειραιά και από εκεί στις φυλακές του Ρίου στην Πάτρα. Εκεί παρέμεινε μέχρι το 1853 και τελικώς εξορίστηκε από την Ι. Σύνοδο στην Άνδρο, όπου και πέθανε την νύκτα της 18ης προς 19ην Ιανουαρίου 1861.
Μέχρι το θάνατό του ο Παπουλάκος δεχόταν επισκέψεις στην Άνδρο από δεκάδες ανθρώπους, που πίστευαν στην αγιότητά του. Ποτέ δεν παραδέχτηκε τη συμβολή του στο θάνατο του υποφροντιστή.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου