Η ΧΟΥΝΤΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΑΝΟΗΣΗ: ΤΟ ΤΕΧΝΑΣΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΒΡΑΒΕΙΩΝ

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί περίληψη εισήγησης του Β.Ν.Δ. στο πλαίσιο ημερίδας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου (2017). Εξετάζει την πολιτική της δικτατορίας των Συνταγματαρχών απέναντι στην ελληνική διανόηση κατά την περίοδο 1971–1973, εστιάζοντας στη θεσμοθέτηση και απονομή κρατικών βραβείων και χορηγιών προς λογοτέχνες, καλλιτέχνες και ανθρώπους των γραμμάτων. 

Αρχικά, ο συγγραφέας περιγράφει την πρώτη του εντύπωση για τις πέντε υπουργικές αποφάσεις του Δεκεμβρίου 1972, με τις οποίες απονεμήθηκαν υψηλά χρηματικά βραβεία και πολυάριθμες κρατικές χορηγίες. Θεώρησε ότι αποτελούσαν μέρος της πολιτικής «φιλελευθεροποίησης» που επιχείρησε η δικτατορία κατά το τελευταίο στάδιό της, όταν επιχειρούσε να παρουσιάσει ένα πιο ήπιο και κοινοβουλευτικό πρόσωπο μέσω της άρσης μέτρων καταστολής, της αποφυλάκισης πολιτικών κρατουμένων και της δημιουργίας του Ελληνικού Πολιτιστικού Κινήματος (ΕΠΟΚ). Ωστόσο, η έρευνά του τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι αυτή ήταν μόνο η μία διάσταση της υπόθεσης, καθώς πίσω από την πρωτοβουλία υπήρχε και η μακροχρόνια προσπάθεια συγκεκριμένων υπηρεσιακών παραγόντων να ενισχύσουν ουσιαστικά τους ανθρώπους του πολιτισμού.

Στη συνέχεια παρουσιάζεται το ιστορικό των κρατικών βραβείων. Η πρώτη σχετική νομοθετική πρωτοβουλία ανάγεται στο 1931, επί κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου και υπουργού Παιδείας Γεωργίου Παπανδρέου, με τον νόμο 5058/1931, ο οποίος προέβλεπε ετήσια βράβευση έργων λογοτεχνίας, θεάτρου, μουσικής, ζωγραφικής, γλυπτικής και αρχιτεκτονικής. Παρά την ψήφισή του, ο νόμος δεν εφαρμόστηκε ποτέ, επειδή δεν εκδόθηκε το απαραίτητο προεδρικό διάταγμα, κυρίως λόγω των πολιτικών εξελίξεων της εποχής και των συγκρούσεων στον χώρο των γραμμάτων.

Κατά την περίοδο της Κατοχής, η κυβέρνηση Ράλλη επιχείρησε επίσης να προσεγγίσει τους ανθρώπους της διανόησης μέσω οικονομικών ενισχύσεων και βραβεύσεων, όμως η οικονομική κατάρρευση και ο υπερπληθωρισμός ακύρωσαν ουσιαστικά την εφαρμογή των μέτρων. Η πραγματική καθιέρωση των κρατικών λογοτεχνικών βραβείων πραγματοποιήθηκε το 1956, ύστερα από πρωτοβουλία του Γεωργίου Π. Κουρνούτου, διευθυντή Γραμμάτων, Θεάτρου και Κινηματογράφου του Υπουργείου Παιδείας. Ο Κουρνούτος θεωρούσε ότι το κράτος όφειλε να στηρίζει τους ανθρώπους του πνεύματος, οι οποίοι δημιουργούσαν υπό ιδιαίτερα δύσκολες οικονομικές συνθήκες. Από τότε τα κρατικά βραβεία απονέμονταν κάθε χρόνο, ακόμη και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην ίδρυση του Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών το 1971. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η δημιουργία του δεν αντανακλούσε πραγματικό ενδιαφέρον της χούντας για τον πολιτισμό, αλλά αποτελούσε εργαλείο πολιτικής διαχείρισης και ελέγχου του πνευματικού κόσμου. Το καθεστώς επιδίωκε να δημιουργήσει διαύλους επικοινωνίας με ανθρώπους που, στη μεγάλη τους πλειονότητα, διατηρούσαν εχθρική στάση απέναντί του. Παράλληλα, όμως, η νέα αυτή συγκυρία έδωσε στον Κουρνούτο τη δυνατότητα να προωθήσει αιτήματα που υποστήριζε ήδη από τη δεκαετία του 1950.

Καθοριστικής σημασίας υπήρξαν τα νομοθετικά διατάγματα 1086 και 1087 του Δεκεμβρίου 1971. Με το πρώτο ρυθμίστηκε το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς πολλών λογοτεχνών και καλλιτεχνών, ενώ με το δεύτερο θεσμοθετήθηκε ένα ιδιαίτερα γενναιόδωρο σύστημα κρατικών βραβείων και χορηγιών. Προβλέφθηκαν τρία Εθνικά Βραβεία Λογοτεχνίας, τρία Εθνικά Βραβεία Εικαστικών Τεχνών, δύο Εθνικά Βραβεία Θεάτρου και δεκάδες κρατικές χορηγίες τριετούς διάρκειας για λογοτέχνες, καλλιτέχνες και άλλους δημιουργούς. Τα χρηματικά ποσά ήταν εξαιρετικά υψηλά για την εποχή και αποσκοπούσαν, σύμφωνα με τον συγγραφέα, στη δημιουργία κλίματος ανοχής απέναντι στο καθεστώς μέσω οικονομικών παροχών. Παράλληλα, όμως, τα μέτρα αυτά ικανοποιούσαν πραγματικά και χρόνια αιτήματα του πνευματικού κόσμου.

Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η ουσιαστική κινητήρια δύναμη πίσω από αυτή την πολιτική δεν ήταν ο ίδιος ο Παπαδόπουλος, αλλά ο Γεώργιος Κουρνούτος. Παραθέτει μάλιστα μαρτυρία του ακαδημαϊκού Πέτρου Χάρη, ο οποίος αποδίδει στον Κουρνούτο την προσωπική πρωτοβουλία, την επιμονή και την αποφασιστικότητα που οδήγησαν στη θεσμοθέτηση τόσο των κρατικών χορηγιών όσο και των συνταξιοδοτικών ρυθμίσεων για τους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών.

Ακολουθεί λεπτομερής παρουσίαση της διαδικασίας απονομής των βραβείων. Συγκροτήθηκαν ειδικές επιτροπές με τη συμμετοχή διακεκριμένων πανεπιστημιακών, συγγραφέων, καλλιτεχνών και ακαδημαϊκών, ενώ εκδόθηκε βασιλικό διάταγμα που καθόριζε τα αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης. Στις 29 Δεκεμβρίου 1972 εκδόθηκαν οι τελικές υπουργικές αποφάσεις για την απονομή των βραβείων και των χορηγιών.

Ο συγγραφέας επισημαίνει, ωστόσο, ότι υπήρξαν παρεμβάσεις στις εισηγήσεις των επιτροπών, κυρίως ως προς τις κρατικές χορηγίες. Από τους 99 προτεινόμενους τελικά επιχορηγήθηκαν 80. Ορισμένες αφαιρέσεις αποδίδονται σε πολιτικούς λόγους. Μεταξύ εκείνων που αποκλείστηκαν αναφέρονται η Βάσω Κατράκη, ο Βάλιας Σεμερτζίδης, η Άλεξ Μυλωνά, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, ο Μίμης Κουμανταρέας, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος και ο Κώστας Τσιρόπουλος, πρόσωπα γνωστά είτε για τις πολιτικές τους θέσεις είτε για τη σύγκρουσή τους με το καθεστώς. Έτσι αποκαλύπτεται ότι, παρά την επίφαση αντικειμενικότητας, οι πολιτικές σκοπιμότητες παρέμεναν καθοριστικές.

Σημαντικό μέρος του κειμένου αφιερώνεται στις αντιδράσεις που προκάλεσαν οι απονομές. Αν και οι περισσότερες ήταν περιορισμένες, αρκετοί διακεκριμένοι δημιουργοί αρνήθηκαν να αποδεχθούν τα βραβεία. Οι Κοντόπουλος και Λουκόπουλος δήλωσαν δημόσια ότι δεν μπορούσαν να αποδεχθούν τιμητική διάκριση από ένα ανελεύθερο καθεστώς, ενώ ο Λουκόπουλος τόνισε ότι η τέχνη οφείλει να παραμένει ελεύθερη και ανεξάρτητη από κάθε πολιτική εξουσία. Αντίστοιχα, ο χαράκτης Γ. Βαρλάμος κατήγγειλε ότι τα κριτήρια επιλογής ήταν εξωκαλλιτεχνικά. Από την άλλη πλευρά, ο ζωγράφος Γιάννης Σπυρόπουλος αποδέχθηκε τη βράβευσή του, υποστηρίζοντας ότι διαφορετικά θα προσέβαλλε το κύρος της επιτροπής που τον επέλεξε.

Παράλληλα, καταγράφονται αντιδράσεις για τις ίδιες τις επιλογές των βραβευθέντων. Δημοσιογράφοι, θεατρικοί συγγραφείς και άλλοι πνευματικοί άνθρωποι αμφισβήτησαν την ποιότητα ορισμένων βραβεύσεων και διαμαρτυρήθηκαν για τον αποκλεισμό σημαντικών προσωπικοτήτων της λογοτεχνίας και του θεάτρου. Ειδική αναφορά γίνεται στην περίπτωση του Α΄ Εθνικού Βραβείου Λογοτεχνίας, το οποίο δεν απονεμήθηκε, επειδή η επιτροπή θεώρησε ότι κανένας υποψήφιος δεν υπερείχε εμφανώς των υπολοίπων. Σύμφωνα όμως με δημοσιογραφικές πληροφορίες, η απόφαση αυτή συνδεόταν και με την άρνηση σημαντικών λογοτεχνών, όπως ο Οδυσσέας Ελύτης, να αποδεχθούν βράβευση από το δικτατορικό καθεστώς.

Στο τελικό του συμπέρασμα ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η πολιτική των κρατικών βραβείων υπήρξε αποτέλεσμα της συνάντησης δύο διαφορετικών επιδιώξεων. Από τη μία πλευρά, η δικτατορία επιχείρησε να χρησιμοποιήσει τις οικονομικές παροχές ως μέσο πολιτικής νομιμοποίησης και εξαγοράς ανοχής από τους ανθρώπους του πνεύματος. Από την άλλη, ο Γεώργιος Κουρνούτος αξιοποίησε τη συγκυρία για να πραγματοποιήσει ένα παλαιό όραμά του: τη συστηματική οικονομική στήριξη των λογοτεχνών και των καλλιτεχνών. Παρ’ όλα αυτά, το σύστημα αποδείχθηκε οικονομικά δυσβάστακτο και δεν μπορούσε να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα. Τελικά, η πρωτοβουλία δεν κατόρθωσε να μεταβάλει ουσιαστικά τη στάση της πνευματικής κοινότητας απέναντι στη δικτατορία, καθώς η πολιτική κρίση του καθεστώτος συνεχιζόταν και εκδηλώθηκε έντονα ήδη λίγους μήνες αργότερα με τα γεγονότα της Νομικής.

Σχόλια