Απόσπασμα από τον
Πολύβιο, Ιστορίαι, 36, 17.5–7
«Όσον αφορά όμως
ζητήματα, των οποίων τη βασική αιτία
είναι δυνατόν να ανακαλύψουμε, δεν πρέπει, νομίζω, να τα αποδίδουμε σε θεϊκή
δράση.
Ας δούμε για
παράδειγμα την εξής περίπτωση:
Στην εποχή μας
ολόκληρη η Ελλάδα υποφέρει από χαμηλά ποσοστά γεννήσεων και γενική μείωση του
πληθυσμού, εξαιτίας των οποίων οι πόλεις ερημώθηκαν και η γη έπαψε να αποδίδει
καρπούς, μολονότι δεν υπήρξαν ούτε συνεχείς πόλεμοι ούτε επιδημίες.
Αν, λοιπόν,
κάποιος μας συμβούλευε να στείλουμε να ρωτήσουμε τους θεούς γι' αυτό, και να
μάθουμε τι πρέπει να πούμε ή να κάνουμε για να αυξηθεί ο αριθμός μας και να
γεμίσουν πάλι οι πόλεις μας, δεν θα φαινόταν άραγε παράλογο, αφού η αιτία του
κακού είναι προφανής και η θεραπεία βρίσκεται στα δικά μας χέρια;
Διότι, καθώς οι
άνθρωποι έχουν περιπέσει σε τέτοια κατάσταση επίδειξης, φιλαργυρίας και
οκνηρίας, ώστε δεν θέλουν ούτε να παντρεύονται , ούτε αν παντρευτούν να αναθρέψουν τα παιδιά που γεννιούνται, ή το
πολύ-πολύ ένα ή δύο από αυτά, ώστε να τα αφήσουν εύπορα και να τα μεγαλώσουν μέσα
στην πολυτέλεια. Έτσι το κακό μεγάλωσε γρήγορα και ανεπαίσθητα.
Διότι όταν, ενώ
μια οικογένεια έχει ένα ή δύο παιδιά, το ένα το αφαιρέσει ο πόλεμος και το άλλο
κάποια ασθένεια, είναι φανερό ότι αναγκαστικά τα σπίτια μένουν έρημα. Και όπως
συμβαίνει με τα σμήνη των μελισσών, έτσι και οι πόλεις, καθώς λίγο-λίγο στερούνται
ανθρώπους, αδυνατούν να συνεχίσουν να υπάρχουν.
Γι' αυτό δεν έχει
καθόλου νόημα να ζητούμε από τους θεούς να μας υποδείξουν μέσο απαλλαγής από
ένα τέτοιο κακό. Διότι κάθε συνηθισμένος
άνθρωπος θα σου πει ότι η πιο αποτελεσματική θεραπεία πρέπει να είναι η ίδια η δράση των ανθρώπων, είτε
επιδιώκοντας άλλους στόχους, είτε, αν όχι, θεσπίζοντας νόμους που να καθιστούν
υποχρεωτική την ανατροφή των παιδιών. Ούτε μάντεις ούτε μαγεία είναι στην
περίπτωση αυτή καθόλου χρήσιμα».
Ο Πολύβιος, αναφερόμενος στην κατάσταση της Ελλάδας της εποχής του, γράφει ότι ολόκληρος ο ελληνικός χώρος υπέφερε από «ἔλλειψιν παιδίων» και γενικότερη πληθυσμιακή παρακμή, με αποτέλεσμα οι πόλεις να απογυμνώνονται από κατοίκους και η γη να γίνεται ολοένα και λιγότερο παραγωγική. Αυτό μάλιστα που κάνει ιδιαίτερα εντυπωσιακό το φαινόμενο, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι το ότι δεν μπορούσε να αποδοθεί σε μακροχρόνιους πολέμους ή μεγάλες επιδημίες. Αντίθετα, θεωρούσε ότι η αιτία βρισκόταν μέσα στην ίδια την κοινωνία.
Ο Πολύβιος
περιγράφει έναν μηχανισμό ο οποίος, παρά τη χρονική απόσταση των δύο χιλιετιών,
θυμίζει έντονα τη σημερινή δημογραφική συζήτηση. Κατά την άποψή του, οι
άνθρωποι είχαν στραφεί υπερβολικά προς την επιδίωξη πλούτου, την επίδειξη, την
πολυτέλεια και την άνετη ζωή. Ως αποτέλεσμα, κάποιοι δεν παντρεύονταν καθόλου,
ενώ άλλοι, παρότι παντρεύονταν, περιόριζαν συνειδητά τον αριθμό των παιδιών
τους — συχνά ανατρέφοντας μόνο ένα ή δύο — ώστε να διατηρήσουν την περιουσία
τους και να εξασφαλίσουν στα παιδιά που θα αποκτούσαν μεγαλύτερη οικονομική
άνεση. Ο ίδιος ο Πολύβιος θεωρεί ότι η διαδικασία αυτή εξελισσόταν σταδιακά και
σχεδόν απαρατήρητα, μέχρις ότου το αποτέλεσμα γίνει ορατό σε ολόκληρη την
κοινωνία, αλλά τότε θα είναι πλέον αργά.
Η ομοιότητα αυτή
καταστάσεων δεν πρέπει να μας κάνει να θεωρήσουμε την ανάλυση του Πολύβιου
κατάλληλη για να κατανοήσουμε αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα. Η αρχαία
ελληνική κοινωνία και η σύγχρονη ελληνική κοινωνία διαφέρουν ριζικά ως προς την
οικονομία, την οικογένεια, τη θέση της γυναίκας, την αντισύλληψη, την ιατρική,
την κοινωνική ασφάλιση και το προσδόκιμο ζωής. Επιπλέον, η δημογραφική παρακμή
της ελληνιστικής Ελλάδας είχε πολλές αιτίες και δεν μπορεί να αποδοθεί
αποκλειστικά στη χαμηλή γεννητικότητα. Ωστόσο, η παρατήρηση του Πολυβίου ότι
μια κοινωνία μπορεί να αρχίσει να συρρικνώνεται όχι από μια καταστροφή, αλλά
από τη σταδιακή μείωση των γεννήσεων, έχει εξαιρετική διαχρονική αξία.
Στη σημερινή
Ελλάδα το φαινόμενο είναι πλέον μετρήσιμο με μεγάλη ακρίβεια. Η Ελλάδα με το
1,26 βρίσκεται πολύ κάτω από το περίφημο επίπεδο αναπλήρωσης του 2,1 παιδιά εδώ και πολλές δεκαετίες. Το πιο ανησυχητικό,
όμως, δεν είναι πλέον μόνο ότι κάθε γυναίκα αποκτά λιγότερα παιδιά. Είναι ότι
έχουν αρχίσει να μειώνονται δραματικά και οι ίδιες οι γενιές των γυναικών που
μπορούν να αποκτήσουν παιδιά. Πρόσφατη μελέτη, βασισμένη σε στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ
για την περίοδο 1956–2024, δείχνει ότι ο πληθυσμός των γυναικών ηλικίας 15–44
ετών έφθασε στο ιστορικό υψηλό των 2,353 εκατομμυρίων το 2000, αλλά μέχρι το
2024 είχε μειωθεί σε μόλις 1,701 εκατομμύρια — πτώση περίπου 28%. Μετά το 2010
η μείωση επιταχύνθηκε δραματικά, φθάνοντας περίπου το 2% ετησίως.
Το στοιχείο αυτό
είναι καθοριστικό. Αν μια κοινωνία έχει, για παράδειγμα, 1,4 παιδιά ανά
γυναίκα, μπορεί θεωρητικά να αυξήσει τη γονιμότητα στο μέλλον. Όταν όμως οι
γυναίκες ηλικίας 20–34 ετών έχουν ήδη μειωθεί κατά δεκάδες ποσοστιαίες μονάδες,
ακόμη και μια αισθητή αύξηση της γονιμότητας δεν αρκεί για να επαναφέρει
γρήγορα τον απόλυτο αριθμό των γεννήσεων. Η Ελλάδα έχει χάσει μεταξύ 2000 και
2024 περίπου 37% των γυναικών ηλικίας 20–24, 42% των γυναικών 25–29 και 39% των
γυναικών 30–34.
Έτσι
δημιουργείται ένας μηχανισμός που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε δημογραφική
αδράνεια ή αρνητική δημογραφική δυναμική: οι λίγες γεννήσεις μιας προηγούμενης
περιόδου δημιουργούν μια μικρότερη γενιά παιδιών· αυτή η μικρότερη γενιά
γίνεται ύστερα μια μικρότερη γενιά γονέων· και ακόμη και αν κάθε γυναίκα
εξακολουθεί να κάνει τον ίδιο αριθμό παιδιών, ο συνολικός αριθμός των γεννήσεων
μειώνεται επειδή υπάρχουν λιγότερες γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Πρόσφατη
ελληνική μελέτη χαρακτηρίζει ακριβώς αυτό το φαινόμενο ως negative demographic momentum.
Παράλληλα,
αλλάζει και η ηλικιακή σύνθεση του αναπαραγωγικού πληθυσμού. Από το 2010 η
πολυπληθέστερη ηλικιακή ομάδα μεταξύ των γυναικών 15–44 ετών στην Ελλάδα είναι
η ομάδα 40–44 ετών, ενώ το ποσοστό των γυναικών 35–44 ετών μέσα στον συνολικό
πληθυσμό αναπαραγωγικής ηλικίας αυξήθηκε από περίπου 32% το 2000 σε σχεδόν 40%
το 2024.
Εδώ βρίσκεται
ίσως η σημαντικότερη ομοιότητα με την παρατήρηση του Πολυβίου. Εκείνος δεν
περιγράφει μια ξαφνική καταστροφή. Περιγράφει μια αργή, εσωτερική δημογραφική
διάβρωση. Στη σύγχρονη Ελλάδα ο μηχανισμός είναι διαφορετικός ως προς τις
αιτίες, αλλά το δημογραφικό αποτέλεσμα έχει μια εντυπωσιακή ομοιότητα: η
συρρίκνωση των γενεών του παρελθόντος δημιουργεί σήμερα τη συρρίκνωση των
γενεών των γονέων του παρόντος που με τη σειρά της θα οδηγήσει σε περαιτέρω
μείωση των γονέων του μέλλοντος.
Υπάρχει όμως και
μια κρίσιμη διαφορά. Ο Πολύβιος ερμήνευε την αρχαία «ολιγανθρωπία» κυρίως με
όρους κοινωνικής συμπεριφοράς και επιλογής — πλούτος, περιουσία, άνεση,
περιορισμός των παιδιών. Η σύγχρονη χαμηλή γονιμότητα είναι πολύ πιο σύνθετο
φαινόμενο. Συνδέεται με την καθυστέρηση γάμου και τεκνοποίησης, το υψηλό κόστος
στέγασης και ανατροφής παιδιών, την επισφάλεια στην εργασία, την εκπαίδευση,
την αλλαγή των οικογενειακών προτύπων, τη δυσκολία συνδυασμού εργασίας και
οικογένειας, αλλά και με βαθύτερες αλλαγές στις ατομικές αξίες και στις
προσδοκίες ζωής.
Παρά τις διαφορές
αυτές, η ουσία της παρατήρησης του Πολυβίου παραμένει επίκαιρη: μια κοινωνία
μπορεί να μην αντιληφθεί εγκαίρως τη δημογραφική της εξασθένηση, επειδή αυτή
εξελίσσεται αργά. Όταν όμως οι μικρότερες γενιές έχουν ήδη φτάσει στην ηλικία
τεκνοποίησης, η διαδικασία αποκτά δική της δυναμική. Η σημερινή Ελλάδα
βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη δύσκολη φάση: δεν αντιμετωπίζει μόνο το πρόβλημα
ότι οι άνθρωποι κάνουν λίγα παιδιά· αντιμετωπίζει πλέον και το αποτέλεσμα των
λίγων γεννήσεων των προηγούμενων δεκαετιών — έχει πολύ λιγότερους νέους
ανθρώπους που μπορούν να γίνουν γονείς.
Αλλά η πιο
επίκαιρη φράση του Πολυβίου δεν είναι «η
ολιγανθρωπία», αλλά η παρατήρησή του ότι το κακό «ηύξετο ... ταχέως και λανθάνον», δηλαδή, πως το κακό μεγάλωνε γρήγορα και χωρίς να γίνεται αντιληπτό.
Στην αρχαιότητα η διαδικασία αυτή δεν οδήγησε στην εξαφάνιση των Ελλήνων· ο
ελληνικός κόσμος μετασχηματίστηκε, ενσωματώθηκε στη Ρωμαϊκή, μετά στη Βυζαντινή
οικουμένη και τέλος, στην Οθωμανική πραγματικότητα.
Το συμπέρασμα που
βγαίνει , επομένως, δεν είναι ότι η υπογεννητικότητα «εξαφανίζει» αυτομάτως
έναν λαό. Είναι ότι η μακροχρόνια υπογεννητικότητα μπορεί να μεταβάλει βαθιά τη
δημογραφική, οικονομική και κοινωνική ισορροπία μιας κοινωνίας πολύ πριν γίνει
αντιληπτή ως υπαρξιακό πρόβλημα. Αυτό συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα του 2026!
Και ακριβώς εδώ
συναντώνται ο Πολύβιος και η σημερινή Ελλάδα: τότε και τώρα το κρίσιμο ζήτημα
δεν είναι μόνο πόσοι άνθρωποι υπάρχουν, αλλά αν μια κοινωνία έχει αρκετές νέες
γενιές ώστε να αναπαράγει τον εαυτό της, αλλά και εάν μια κοινωνία συμμετέχει
ουσιαστικά στις αλλαγές που καθορίζουν το μέλλον της.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου