ΤΟ ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΟ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΔΡΕΤΤΑΚΗ (Β΄)

 

Θέμα εθνικής επιβίωσης  το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας, πέρα από τις κοινωνικές
και οικονομικές επιπτώσεις του

Σε πρόσφατες σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης, στο ερώτημα «ποια προβλήματα έχουν προτεραιότητα στην Ελλάδα σήμερα;», το μεγαλύτερο ποσοστό των ανδρών και γυναικών απάντησε: «τα εθνικά».

Με τη λέξη «εθνικά» έρχονται αμέσως στον νου μας προβλήματα που συνδέονται με την εδαφική ακεραιότητα και την εθνική μας ανεξαρτησία. Λίγες, ίσως, είναι οι περιπτώσεις εκείνων που θα κατέτασσαν στην κατηγορία αυτή των προβλημάτων και το δημογραφικό.

Και όμως, τόσο η εδαφική ακεραιότητα όσο και η εθνική μας ανεξαρτησία εξαρτώνται, βασικά, από την αύξηση και την ανανέωση του πληθυσμού της χώρας.

Το δημογραφικό μας πρόβλημα είναι πραγματικά εθνικό και η αντιμετώπισή του συνδέεται στενά με όλα τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα του τόπου.

Βασικά δημογραφικά δεδομένα, όπως οι γεννήσεις, οι θάνατοι, η μετανάστευση και η παλιννόστηση, είναι παράγοντες άμεσα συνδεδεμένοι με εθνικά, κοινωνικά και οικονομικά μας προβλήματα.

Μέσα στα στενά περιθώρια του χώρου που έχουμε, θα προσπαθήσουμε να δώσουμε περιληπτικά τις βασικές διαστάσεις του δημογραφικού προβλήματος του τόπου σήμερα, καθώς και τα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν για να αντιμετωπισθούν οι διάφορες πλευρές του τόσο μεσοπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα.

Πριν αναφερθούμε στις διαστάσεις του προβλήματος, θεωρούμε σκόπιμη μια ανασκόπηση της αύξησης του πληθυσμού της Ελλάδας από το 1821 μέχρι σήμερα.

Η ΑΥΞΗΣΗ ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ 1821–1976

Η αύξηση του πληθυσμού της χώρας μας στα 155 χρόνια που μεσολάβησαν από την Επανάσταση του 1821 μέχρι σήμερα δεν συνδέεται μόνο με τις γεννήσεις, τους θανάτους, τη μετανάστευση και την παλιννόστηση – παράγοντες που θα αναλυθούν στη συνέχεια – αλλά και με τη διαδοχική απελευθέρωση ελληνικών περιοχών.

Αρχίζοντας, το 1828, από τον πυρήνα: Πελοπόννησος, Στερεά Ελλάδα και Κυκλάδες, το ελληνικό κράτος άρχισε, σιγά-σιγά, να επεκτείνει τα όριά του.

Σταθμοί στην πορεία αυτή ήταν:

  • η παραχώρηση των Νησιών του Ιονίου το 1864,
  • η απελευθέρωση της Θεσσαλίας και της Άρτας το 1881,
  • η απελευθέρωση της Ηπείρου, της Μακεδονίας, των νησιών του Αιγαίου και της Κρήτης τα έτη 1912–13,
  • η απελευθέρωση της Ανατολικής και της Δυτικής Θράκης τα έτη 1919–20.

Ακολούθησε η Μικρασιατική Καταστροφή, η απώλεια της Ανατολικής Θράκης, της Ίμβρου και της Τενέδου και η εισροή, το 1923, πάνω από ενός εκατομμυρίου προσφύγων.

Τέλος, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο προσαρτήθηκε η Δωδεκάνησος (1947).

Η επίδραση που είχε στην αύξηση του πληθυσμού της χώρας η επέκταση των ορίων του κράτους είναι σαφής, αν συγκρίνουμε τους αριθμούς που δίνει η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (ΕΣΥΕ), Στατιστική Επετηρίδα της Ελλάδος 1976.

Έτος

Πληθυσμός

1828

753.400

1870

1.457.894

1889

2.631.952

1920

5.531.474

1928

6.204.684

Μία σύγκριση του πληθυσμού του 1940 με εκείνον του 1951 δείχνει το μέγεθος των ανθρώπινων απωλειών στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο Πόλεμο που επακολούθησε. Η μέση ετήσια αύξηση του πληθυσμού στο διάστημα αυτό ήταν 0,2%.

(Το 1940 ο πληθυσμός ήταν 7.344.860 κάτοικοι και το 1951 7.632.801.)

Μικρή ήταν επίσης και η αύξηση που σημειώθηκε στο διάστημα 1961–1971.

Στην περίοδο αυτή, όπως είναι γνωστό, έφυγαν, κυρίως για τη Δυτική Γερμανία, εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες εργάτες. Έτσι, ενώ στη δεκαετία 1951–1961 η μέση ετήσια αύξηση του πληθυσμού ήταν γύρω στο 1%, στη δεκαετία 1961–1971 η αύξηση αυτή δεν ξεπέρασε το 0,5%.

Στην πενταετία 1971–1976 ο πληθυσμός της χώρας αυξήθηκε με κάπως γρηγορότερο ρυθμό (0,7%) και υπολογίζεται ότι έχει φτάσει τα 9.100.000. Το μέγεθος αυτό είναι το 10% περίπου του πληθυσμού των Βαλκανικών χωρών.

Η πυκνότητα του πληθυσμού της Ελλάδας (69 άτομα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο) είναι ίση, περίπου, με τη μέση πυκνότητα του πληθυσμού των Βαλκανικών χωρών, αλλά πολύ μικρότερη από την πυκνότητα πληθυσμού των χωρών της Δυτικής Ευρώπης.

Οι βασικοί, όμως, παράγοντες που επηρέασαν την εξέλιξη του πληθυσμού από το 1951 μέχρι σήμερα είναι οι γεννήσεις, οι γάμοι, οι θάνατοι, η μετανάστευση και η παλιννόστηση.

ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΓΑΜΟΙ

Στην εικοσαετία 1951–1970 οι γεννήσεις κυμάνθηκαν, κατά μέσο όρο, ανάμεσα στις 150.000 και 156.000 το χρόνο.

Την πενταετία, όμως, 1971–1975, ο μέσος όρος έπεσε στις 140.000.

Εξάλλου, ενώ ο αριθμός των γάμων αυξανόταν μέχρι το 1965, τα τελευταία δέκα χρόνια παρουσιάζεται μία κάμψη.

Αν θέλουμε τώρα να κάνουμε έναν συσχετισμό του αριθμού των γεννήσεων και των γάμων με τον πληθυσμό, παρατηρούμε ότι:

Στο διάστημα 1961–1975 σημειώθηκε μία διακύμανση στον αριθμό γάμων ανά 1.000 κατοίκους, χωρίς να υπάρχει τάση για αύξηση ή μείωση.

Η αύξηση που σημειώθηκε το 1967 οφείλεται βασικά στην παλιννόστηση Ελλήνων εργατών από τη Δυτική Γερμανία, παλιννόστηση που οφειλόταν στην ύφεση που περνούσε τότε η χώρα αυτή.

Από μία μελέτη της ηλικίας των νεονύμφων προκύπτει ότι οι γάμοι γίνονται τώρα σε νεότερη ηλικία και ότι η διαφορά στην ηλικία του συζύγου από την ηλικία της συζύγου μειώνεται.

Παρά τις τάσεις αυτές στους γάμους, από το 1968 και μετά παρατηρείται μείωση του αριθμού των γεννήσεων ανά 1.000 κατοίκους.

Η τάση αυτή άρχισε το 1956, ανακόπηκε με την παλιννόστηση του 1966–1967 και συνεχίστηκε μέχρι το 1975.

Οι βασικοί λόγοι στους οποίους οφείλεται η τάση αυτή είναι τρεις:

α) η μείωση του αριθμού, σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό, των γυναικών σε αναπαραγωγικές ηλικίες,

β) η αύξηση του μέσου όρου της ηλικίας των γυναικών στις ηλικίες αυτές και

γ) η παρατηρούμενη απροθυμία των νέων ζευγαριών να αποκτήσουν πολλά παιδιά.

Αν οι παραπάνω τάσεις συνεχιστούν, είναι αναπόφευκτη η συνέχιση της μείωσης του αριθμού των γεννήσεων ανά 1.000 κατοίκους.

Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, ενώ στην Ελλάδα κατά τα τελευταία πέντε χρόνια αναλογούσαν 16 γεννήσεις ανά 1.000 κατοίκους, στις χώρες της Κοινής Αγοράς αναλογούσαν 15, ενώ στις Βαλκανικές χώρες 18 ή 26, ανάλογα με το αν αποκλειστούν ή περιληφθούν σε αυτές η Αλβανία και η Τουρκία.

Σύγκριση της Ελλάδας με άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης δείχνει ότι το 1969 η γεννητικότητα στην Ελλάδα (17,4) ήταν χαμηλότερη από εκείνη στην Αλβανία (35,6), τη Ρουμανία (23,3), τη Βόρεια Ιρλανδία (21,5), την Ισλανδία (20,9), το Μονακό (20,0), την Ισπανία (20,0), την Πορτογαλία (19,4), την Ολλανδία (19,2), τη Γιουγκοσλαβία (18,8), τη Νορβηγία (17,7) και την Ιταλία (17,6), ενώ ήταν υψηλότερη από εκείνη των υπόλοιπων χωρών.

ΘΑΝΑΤΟΙ

Τόσο ο αριθμός των θανάτων όσο και οι θάνατοι ανά 1.000 κατοίκους αυξήθηκαν στο διάστημα της εικοσιπενταετίας από το 1951 έως το 1975.

Η αυξητική αυτή τάση οφείλεται στο γεγονός ότι, παρά το ότι η θνησιμότητα των ενηλίκων είναι από τις μικρότερες στον κόσμο, εν τούτοις το ποσοστό των ανδρών και γυναικών ηλικίας 65 ετών και άνω ήταν το 1975 διπλάσιο από εκείνο του 1950.

Αν συγκρίνουμε την Ελλάδα με άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, διαπιστώνουμε ότι μόνο η Ολλανδία έχει χαμηλότερο αριθμό θανάτων ανά 1.000 κατοίκους, ενώ από τις Βαλκανικές χώρες μόνο η Αλβανία βρίσκεται σε καλύτερη θέση από εμάς.

Η θέση αυτή της χώρας μας, σε σύγκριση με τις χώρες που αναφέρθηκαν, οφείλεται στο γεγονός ότι στις χώρες που έχουν μεγαλύτερη θνησιμότητα ο γηρασμός του πληθυσμού και ο έλεγχος των γεννήσεων άρχισαν νωρίτερα.

Ενώ, όμως, η θνησιμότητα των ενηλίκων είναι μικρή, δεν συμβαίνει το ίδιο με τη βρεφική θνησιμότητα, στην οποία κατέχουμε μία από τις πρώτες θέσεις στην Ευρώπη.

Το 1974, όλες οι χώρες της Κοινής Αγοράς είχαν μικρότερη βρεφική θνησιμότητα από την Ελλάδα.

Η μεγάλη, σχετικά, βρεφική θνησιμότητα στην Ελλάδα οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στα λοιμώδη νοσήματα, τα οποία θα μπορούσαν να μειωθούν αν λαμβάνονταν τα κατάλληλα μέτρα, όπως η διαφώτιση του πληθυσμού και η βελτίωση των συνθηκών διατροφής.

Από τα παραπάνω βγαίνει το συμπέρασμα ότι η αύξηση της προσδοκώμενης ζωής κατά τη γέννηση στην Ελλάδα — που σήμερα είναι 70,1 χρόνια για τους άνδρες και 73,6 χρόνια για τις γυναίκες — μπορεί να προέλθει από τη μείωση της βρεφικής θνησιμότητας και τη μείωση της θνησιμότητας των ενηλίκων γυναικών.

Αν παρθούν τα κατάλληλα μέτρα, μπορούμε να φτάσουμε την προσδοκώμενη ζωή της Σουηδίας, που είναι 72 χρόνια για τους άνδρες και 76 χρόνια για τις γυναίκες.

Το 1975, σε 100 άτομα πληθυσμού στην Ελλάδα αναλογούσαν 12 άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω.

Στις χώρες της Κοινής Αγοράς η αντίστοιχη αναλογία ήταν 13 στα 100.

Καθώς θα περνούν τα χρόνια, η αναλογία αυτή θα αυξάνει και, κατά συνέπεια, θα αυξάνεται και ο αριθμός των θανάτων.  (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Σχόλια