ΤΟ ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΟ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΔΡΕΤΤΑΚΗ (Γ΄)

 

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ – ΠΑΛΙΝΝΟΣΤΗΣΗ

Στο διάστημα 1951–1960 η Ελλάδα είχε ένα αρκετά σημαντικό μεταναστευτικό ρεύμα προς τα έξω, που, κατά τους υπολογισμούς μου, είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια 188.000 ανδρών και γυναικών.

Από το 1959 και μετά το μεταναστευτικό ρεύμα αυξάνει και ο κύριος προορισμός των μεταναστών είναι η Δυτική Γερμανία.

Η μετανάστευση στη χώρα αυτή οφείλεται, βασικά, από τη μια μεριά στην ανεργία και την υποαπασχόληση στην Ελλάδα και από την άλλη στη μεγάλη έλλειψη Γερμανών εργατών για βαριές δουλειές στις βιομηχανικές επιχειρήσεις και στα ορυχεία, καθώς και στην απροθυμία των Γερμανών και Γερμανίδων να εργαστούν σε ορισμένους τομείς των υπηρεσιών.

Τα χαρακτηριστικά αυτά σήμαιναν ζήτηση τόσο ανδρών όσο και γυναικών και η μετανάστευση από την Ελλάδα στη Γερμανία πήρε μορφή εξόδου ζευγαριών ή και οικογενειών.

Τα στοιχεία για την ελληνική μετανάστευση προς τη Γερμανία, που δίνει η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδας, είναι ελλιπή, ενώ τα στοιχεία για την παλιννόστηση πριν από το 1968 είναι ανύπαρκτα.

Στοιχεία από γερμανικές πηγές δείχνουν καθαρά ότι στο διάστημα 1962–1972 η καθαρή μετανάστευση από την Ελλάδα στη Δυτική Γερμανία πλησίασε τις 300.000.

Από το 1973 μέχρι το 1976 η καθαρή παλιννόστηση από τη Δυτική Γερμανία στην Ελλάδα ξεπέρασε τις 120.000.

Ο βασικότερος λόγος στον οποίο οφείλεται η παλιννόστηση αυτή είναι το υψηλό ποσοστό ανεργίας στη Δυτική Γερμανία.

Στον ίδιο λόγο οφειλόταν και η παλιννόστηση του 1967, με τις συνέπειες που είδαμε στα προηγούμενα τμήματα.

Τα μεταναστευτικά, όμως, ρεύματα από την Ελλάδα δεν κατευθύνονται μόνο προς τη Δυτική Γερμανία.

Η Αυστραλία, ο Καναδάς και οι Ηνωμένες Πολιτείες απορροφούσαν πάντα και εξακολουθούν να απορροφούν έναν σημαντικό αριθμό μεταναστών.

Αν λάβουμε υπόψη τόσο τη μετανάστευση προς τις χώρες αυτές όσο και εκείνη προς τη Δυτική Γερμανία και σε άλλες χώρες, μπορούμε, για την περίοδο 1961–1970, να υπολογίσουμε τις συνολικές απώλειες της Ελλάδας σε ανθρώπινο δυναμικό, οι οποίες είναι τεράστιες για άνδρες και γυναίκες των πιο γόνιμων ηλικιών (20–34 ετών).

Τις συνέπειες των απωλειών αυτών τις είδαμε στις γεννήσεις.

Από τα 55 χρόνια και πάνω πάλι υπάρχει μια καθαρή παλιννόστηση. Αυτό έχει ως συνέπεια την αύξηση του πληθυσμού στον οποίο συμβαίνει ο μεγαλύτερος αριθμός των θανάτων.

Μια πλήρης ανάλυση της μετανάστευσης και της παλιννόστησης δεν είναι, βέβαια, δυνατή εδώ.

Κατά συνέπεια, θα πρέπει να περιοριστούμε σε μια απλή παράθεση μερικών από τα τεράστια ανθρώπινα και κοινωνικά προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί από τη μαζική έξοδο Ελλήνων την περασμένη δεκαετία, με κύριο προορισμό τη Δυτική Γερμανία.

α) Παρά την παλιννόστηση ενός μεγάλου αριθμού Ελλήνων και Ελληνίδων τα τελευταία τρία χρόνια, τον Σεπτέμβριο του 1976 υπήρχαν στη Δυτική Γερμανία πάνω από 330.000 Έλληνες και Ελληνίδες.

β) Από το σύνολο αυτό, πάνω από 30% είχαν παραμείνει στη χώρα αυτή πάνω από 10 χρόνια, ένα 33% πάνω από 6 χρόνια και ένα 19% πάνω από 4 χρόνια.

Όσο περισσότερα χρόνια έχει μείνει ένας μετανάστης σε μια ξένη χώρα, τόσο πιο δύσκολα παλινοστεί.

γ) Το ποσοστό των μεταναστών που είχαν μείνει στη Δυτική Γερμανία κάτω από 4 χρόνια ήταν λιγότερο από 20%.

Όσοι από αυτούς παλινοστήσουν δεν έχουν, συνήθως, καμία ειδίκευση.

δ) Από τους 330.000, οι μισοί περίπου ήταν εργάτες και εργάτριες.

Από τους υπόλοιπους, πάλι περίπου οι μισοί ήταν ανήλικα παιδιά.

Η εκπαίδευσή τους στη Δυτική Γερμανία παρουσιάζει μεγάλα και σοβαρά προβλήματα.

ε) Από τους Έλληνες που παλινοστούν, πολύ λίγοι είναι εκείνοι που θέλουν να δουλέψουν πάλι σαν εργάτες.

Οι περισσότεροι θέλουν να κάνουν κάποιου είδους δική τους δουλειά, για να ζήσουν, όπως πιστεύουν, καλύτερα.

στ) Από ό,τι είδαμε σε προηγούμενα τμήματα, η παλιννόστηση από τη Δυτική Γερμανία, από το 1973 και μετά, δεν είχε σαν συνέπεια την αύξηση των γεννήσεων.

Ίσως αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι αυτοί που γυρίζουν τώρα είναι μεγαλύτεροι στην ηλικία και έχουν κάνει τα παιδιά τους στο εξωτερικό.

Όμως, το θέμα αυτό χρειάζεται περισσότερη διερεύνηση.

ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ

Οποιεσδήποτε προβλέψεις για το μέλλον, άμεσο ή απώτερο, εξαρτώνται, βασικά, περισσότερο από τη μετανάστευση – παλιννόστηση παρά από τις γεννήσεις και τους θανάτους.

Αυτό που γίνεται συνήθως είναι να υποθέσει κανείς ότι η μετανάστευση θα είναι ίση ή περίπου ίση με την παλιννόστηση, ότι, δηλαδή, ο τόπος δεν θα έχει απώλειες παρόμοιες με εκείνες της προηγούμενης δεκαετίας.

Με την υπόθεση αυτή είναι, σχετικά, εύκολος ο υπολογισμός των θανάτων που θα συμβούν, ας πούμε, από σήμερα μέχρι το 2000.

Ο υπολογισμός των γεννήσεων είναι πολύ δυσκολότερος, γιατί στην περίπτωση αυτή οι γεννήσεις μπορεί να αφεθούν να ακολουθήσουν την πορεία που έχουν πάρει, μπορεί όμως και να επηρεαστούν με μέτρα που θα ενισχύσουν την αύξησή τους.

Τα μέτρα αυτά, με τη σειρά τους, μπορεί να αφορούν είτε το σύνολο του έγγαμου πληθυσμού είτε ένα τμήμα του.

Ανάλογα με τις υποθέσεις που θα κάνει κανείς για τη λήψη ή μη λήψη μέτρων που θα ενισχύουν τις γεννήσεις, μπορεί να κάνει προβλέψεις για τον μελλοντικό πληθυσμό της χώρας, πάντα με την προϋπόθεση ότι η μετανάστευση θα είναι ίση περίπου με την παλιννόστηση.

Με βάση τα παραπάνω υπάρχουν τρεις τουλάχιστον εναλλακτικές λύσεις.

α) Να μη ληφθεί κανένα μέτρο για την ενίσχυση των γεννήσεων.

Στην περίπτωση αυτή, από 0,7%, που είναι σήμερα ο ρυθμός της φυσικής αύξησης του πληθυσμού, θα πέσει στο 0,3% το 1995 και ίσως φτάσει στο μηδέν μετά το 2000.

Μια τέτοια προοπτική έχει σοβαρά μειονεκτήματα, διότι οι συνέπειες των πολέμων και της μετανάστευσης δεν θα εξαφανιστούν και ο πληθυσμός μας δεν θα αποκτήσει την επιθυμητή σύνθεση κατά φύλο και ηλικία.

β) Αν ληφθούν μέτρα για την αύξηση των γεννήσεων στις ηλικίες των μητέρων από 20–30 χρόνων,

υπάρχει δυνατότητα να εξασφαλιστεί αύξηση του ελληνικού πληθυσμού το 2010 σε 11.000.000 και να εξαφανιστούν οι πληγές που προκάλεσαν οι πόλεμοι και η μετανάστευση.

γ) Μια τρίτη λύση είναι να ληφθούν μέτρα για την αύξηση του αριθμού των γεννήσεων σε όλες τις ηλικίες των μητέρων.

Στην περίπτωση αυτή ο πληθυσμός της χώρας θα πλησιάσει τα 12.000.000 το έτος 2020.

Αν εξαιρέσουμε την πρώτη λύση, που είναι βασικά ανεπιθύμητη, η επιλογή ανάμεσα στη δεύτερη και στην τρίτη εξαρτιέται από την πορεία που θα πάρει στο μέλλον η μετανάστευση ή η παλιννόστηση.

Η πορεία αυτή μπορεί να μην είναι εκείνη με την οποία ξεκινούν οι παραπάνω υπολογισμοί, ότι, δηλαδή, η μετανάστευση θα είναι ίση, περίπου, με την παλιννόστηση.

Όπως προαναφέρθηκε, η μετανάστευση από την Ελλάδα οφείλεται, σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, στην ανεργία και την υποαπασχόληση.

Είναι γνωστό ότι η στατιστική της ανεργίας στον τόπο μας, για πολλούς θεσμικούς και κοινωνικούς λόγους, δεν αντικατοπτρίζει τον πραγματικό αριθμό των ανέργων.

Επιπλέον, στοιχεία για την υποαπασχόληση δεν υπάρχουν.

Αν η ανεργία στη Δυτική Γερμανία και σε άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης μειωθεί, δεν αποκλείεται να υπάρξει, από την πλευρά των χωρών αυτών, και πάλι ζήτηση εργατών από τις μεσογειακές χώρες και, φυσικά, και από την Ελλάδα.

Αν, επιπλέον, δεν θα έχουν τότε δημιουργηθεί ευκαιρίες απασχόλησης όλου του εργατικού δυναμικού της χώρας, ίσως έχουμε επανάληψη, σε κάποια έκταση, του φαινομένου της μαζικής μετανάστευσης της δεκαετίας 1960–1970.

Η παλιννόστηση, όπως και η μετανάστευση, εξαρτάται από τους ίδιους βασικούς παράγοντες.

Βελτίωση των οικονομικών συνθηκών στη Δυτική Ευρώπη μπορεί να συντελέσει στη σημαντική μείωση της παλιννόστησης, με αποτέλεσμα, αν παράλληλα αυξηθεί η μετανάστευση, να αρχίσει ο τόπος να χάνει και πάλι πολύτιμο ανθρώπινο δυναμικό.

Αν συμβεί κάτι τέτοιο, τότε η τρίτη από τις παραπάνω λύσεις θα πρέπει να ακολουθηθεί. (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Σχόλια