ΤΟ ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΟ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΔΡΕΤΤΑΚΗ (Δ΄ και τελευταίο)

 

ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΜΑΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ

Για να θεραπευθούν οι πληγές του παρελθόντος, να αντιμετωπισθεί το ενδεχόμενο νέας μαζικής μετανάστευσης, καθώς και για λόγους οικονομικούς, κοινωνικούς ή ακόμη και αμυντικούς, χρειάζεται να παρθούν μέτρα για την αύξηση του πληθυσμού μας.

Τα μέτρα αυτά αφορούν τη μετανάστευση, τη θνησιμότητα και τη γεννητικότητα.

1. ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Για να μπορέσει ο τόπος να συγκρατήσει τους Έλληνες που παλινοστούν και να αποθαρρύνει τη μετανάστευση, στην περίπτωση που οι πόρτες των χωρών του δυτικού κόσμου ανοίξουν και πάλι, χρειάζεται ένας συστηματικός οικονομικός προγραμματισμός για τη δημιουργία ευκαιριών απασχόλησης.

Η δημιουργία τέτοιων ευκαιριών δεν θα πρέπει να γίνει μόνο στα αστικά κέντρα, πράγμα που θα ενισχύσει την εσωτερική μετανάστευση, αλλά και στις ημιαστικές και αγροτικές περιοχές.

Εκτός από τη χωροταξική, το πρόβλημα της δημιουργίας ευκαιριών απασχόλησης έχει και άλλες πλευρές που δεν μπορούν να εξεταστούν εδώ.

Δεν θα πρέπει, όμως, να παραλείψουμε να αναφέρουμε ότι οι ευκαιρίες αυτές θα πρέπει να δημιουργηθούν σε όλους τους τομείς της ελληνικής οικονομίας και, παράλληλα, να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην απασχόληση των νέων, για να αντιμετωπισθούν με επιτυχία όχι μόνο τα εκπαιδευτικά αλλά και τα δημογραφικά προβλήματα με τα οποία ασχοληθήκαμε στη μελέτη αυτή.

2. ΘΝΗΣΙΜΟΤΗΤΑ

Τα μέτρα που χρειάζονται για τη μείωση της θνησιμότητας αφορούν τόσο την περίθαλψη όλου του λαού όσο και τη λήψη μέτρων για συγκεκριμένες ομάδες ηλικιών.

α) Στο γενικό πλαίσιο χρειάζεται βελτίωση του συστήματος περίθαλψης, τόσο με ενίσχυση του ειδικευμένου προσωπικού των νοσοκομείων όσο και με τη δημιουργία νέων νοσοκομειακών μονάδων στους τόπους όπου υπάρχουν ανάγκες και τον εξοπλισμό τους με σύγχρονα τεχνικά μέσα.

Χρειάζεται, ακόμη, η ανάπτυξη της προληπτικής ιατρικής και η ενίσχυση της έρευνας στον τομέα της υγείας.

β) Για το πρόβλημα της μείωσης της βρεφικής θνησιμότητας, που επισημάνθηκε νωρίτερα, χρειάζονται μέτρα παρόμοια με εκείνα που προαναφέρθηκαν για τα νοσοκομεία και την προληπτική ιατρική.

Υπάρχει, ακόμη, ανάγκη διαπαιδαγώγησης των μητέρων και διαφώτισης του πληθυσμού.

γ) Για τη μείωση της θνησιμότητας των ενηλίκων χρειάζονται, εκτός από τα γενικά, και ειδικά μέτρα για την πρόληψη ασθενειών που δεν θεραπεύονται, μέτρα για τη βελτίωση της διατροφής και διαφώτιση για τους κινδύνους που περικλείουν ορισμένες συνήθειες, όπως το κάπνισμα, τα οινοπνευματώδη, η πολυφαγία κ.λπ.

Τέλος, χρειάζεται να καταβληθεί ιδιαίτερη προσπάθεια για τη μείωση τόσο των τροχαίων όσο και των εργατικών ατυχημάτων.

3. ΓΕΝΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ

Αναφέρθηκε προηγουμένως ότι, για να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα που παρουσιάζει η προοπτική να μηδενισθεί ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού, χρειάζεται η λήψη μέτρων για την αύξηση των γεννήσεων είτε στις ηλικίες 20–30 ετών είτε σε όλες τις ηλικίες των μητέρων.

Έχει παρατηρηθεί σε πολλές χώρες ότι τα διάφορα προγράμματα με τα οποία ενισχύεται, με μικρές επιδοτήσεις, η οικογένεια για την απόκτηση παιδιών δεν είναι και τόσο αποτελεσματικά για την αύξηση των γεννήσεων.

Από την άλλη μεριά, είναι γεγονός ότι εκεί όπου οι μητέρες εργάζονται η αναπαραγωγικότητα είναι χαμηλή.

Στις περιπτώσεις των εργαζομένων γυναικών, τα επιδόματα μητρότητας και τοκετού, καθώς και οι σχετικές άδειες, φαίνεται ότι έχουν ευεργετικά αποτελέσματα.

Εκτός όμως από τα επιδόματα, υπάρχει ένα πλήθος μέτρων που είναι αναγκαία για να ενισχυθεί η αύξηση των γεννήσεων, ιδιαίτερα στα νεαρά ζευγάρια.

Είναι γνωστές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι νέοι που θέλουν να παντρευτούν σε μικρή, σχετικά, ηλικία στον τόπο μας (π.χ. 20–25 χρόνων).

Οι περισσότερες από τις δυσκολίες αυτές προέρχονται από την έλλειψη απασχόλησης και την ανάγκη να εργάζονται και οι δύο για να μπορέσουν να συντηρήσουν μια, έστω και ολιγομελή, οικογένεια.

Ένα από τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι νέοι, αλλά και οι μεγαλύτεροι, ιδιαίτερα όταν έχουν πολλά παιδιά, είναι η στέγη.

Θα πρέπει να καθιερωθεί στον τόπο μας η χορήγηση δανείων στα νέα ζευγάρια σε τέτοιο ύψος και με τέτοιους όρους, που να τους εξασφαλίζει τη δυνατότητα να αποκτήσουν δικό τους σπίτι ή διαμέρισμα, ανεξάρτητα από τα πόσα χρόνια υπηρεσίας έχουν.

Πολύ ευνοϊκότερη θα πρέπει να είναι η μεταχείριση των νέων ζευγαριών που έχουν περισσότερα από δύο παιδιά.

Παράλληλα, θα πρέπει να δοθούν φορολογικές απαλλαγές καθώς και ενίσχυση των εισοδημάτων στις οικογένειες που έχουν πάνω από ένα παιδί.

Πολύ θα βοηθούσε τις μητέρες που έχουν παιδιά και είτε θέλουν είτε είναι αναγκασμένες να εργάζονται, να υπάρχουν βρεφικοί και νηπιακοί σταθμοί μέσα ή κοντά στους τόπους δουλειάς.

Για τις μητέρες που έχουν αρχίσει μια καριέρα που δεν θέλουν να την εγκαταλείψουν, θα πρέπει να είναι δυνατή η χορήγηση άδειας, χωρίς αποδοχές, για τα πρώτα χρόνια του παιδιού.

Αυτό σημαίνει ότι οι γυναίκες που έχουν τρία ή τέσσερα παιδιά θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ξαναρχίσουν να εργάζονται μετά από εννέα ή δώδεκα χρόνια αφότου απέκτησαν το πρώτο τους παιδί.

Τέλος, θα πρέπει να γίνουν αλλαγές στα ωράρια εργασίας, ώστε να είναι δυνατός ο συνδυασμός μιας, μερικής έστω, απασχόλησης με τη φροντίδα των παιδιών που δεν έχουν πάει ακόμη στο σχολείο.

Για τα παιδιά αυτά θα πρέπει να δημιουργηθεί ο απαραίτητος αριθμός νηπιαγωγείων.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Το δημογραφικό πρόβλημα είναι δύσκολο και πολύπλευρο. Τόσο από την περιληπτική ανάλυση των διαστάσεών του όσο και από την απλή παράθεση μερικών από τα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν για την αντιμετώπισή του, φάνηκε καθαρά πόσο δύσκολο είναι να καλύψει κανείς όλες τις πλευρές του. Ένα όμως είναι βέβαιο. Ότι, σαν πρόβλημα, συνδέεται άρρηκτα με εθνικά, κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα του τόπου.

ΥΓ: Η υπόθεση Δρεττάκη: μια μάχη για τη φορολογική δικαιοσύνη

Αναρωτιέμαι εάν σήμερα υπάρχουν πολιτικοί άνδρες όπως ο Μανώλης Δρεττάκης, οι  οποίοι ασχολούνται με τα ευρύτερα πολιτικοκοινωνικά προβλήματα της πατρίδας μας με το τρόπο που ασχολήθηκε και  ασχολείται ο Δρεττάκης: ουσιαστικό ενδιαφέρον, βαθιά γνώση και ανάλυση, επιστημονική επάρκεια, πολιτικό ήθος, μη φτηνή  κομματικοποίηση ενός εθνικού, πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού προβλήματος, δικαιοσύνη κλπ.  Για τη  μοναδική και απολύτως σύγχρονη άποψη  που είχε ο Δρεττάκης  περί φορολογικής δικαιοσύνης είναι αρκετή η αναφορά στα γεγονότα του 1982 με πρωταγωνιστές τον πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου και τον υπουργό Οικονομικών Μανώλη Δρεττάκη. 

Η υπόθεση του Μανόλη Δρεττάκη το 1982 αποτελεί μια χαρακτηριστική στιγμή της οικονομικής και πολιτικής ιστορίας της πρώτης κυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου.

Ο Δρεττάκης, υπουργός Οικονομικών τότε, προώθησε τη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας με μια βασική αρχή: όποιος διαθέτει μεγαλύτερη περιουσία και επομένως μεγαλύτερη φοροδοτική ικανότητα, πρέπει να συνεισφέρει περισσότερο στα δημόσια βάρη. Και εδώ υπάρχει μια πολύ σημαντική λεπτομέρεια που συχνά παραλείπεται. Το μέτρο δεν φορολογούσε από την πρώτη δραχμή κάθε πολίτη που είχε ένα σπίτι. Προβλεπόταν σημαντικό αφορολόγητο όριο, ώστε η μικρή ακίνητη περιουσία να προστατεύεται. Ο φόρος επιβαλλόταν στην περιουσία που ξεπερνούσε τα προβλεπόμενα όρια και ήταν προοδευτικός: όσο μεγαλύτερη ήταν η φορολογητέα περιουσία, τόσο μεγαλύτερη ήταν και η επιβάρυνση.

Επομένως, δεν ήταν ένας οριζόντιος φόρος που αντιμετώπιζε με τον ίδιο τρόπο τον ιδιοκτήτη μιας συνηθισμένης κατοικίας και τον άνθρωπο με πολύ μεγάλη ακίνητη περιουσία. Η φιλοσοφία του ήταν ακριβώς η αντίθετη: να μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος του φορολογικού βάρους προς εκείνους που είχαν μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα.

Αυτό είναι και το βασικό επιχείρημα που κάνει το μέτρο του Δρεττάκη να είναι κοινωνικά δίκαιο. Η ακίνητη περιουσία αποτελεί συσσωρευμένο πλούτο και, όταν είναι μεγάλη, αποτελεί ένδειξη οικονομικής ισχύος. Η φορολόγησή της, επομένως, μπορούσε να θεωρηθεί ένας τρόπος ώστε τα δημόσια βάρη να κατανέμονται πιο δίκαια.

Η σύγκρουση, όμως, δεν άργησε να έρθει. Ο Δρεττάκης επέμενε στην εφαρμογή της φορολογικής πολιτικής που είχε σχεδιάσει, ενώ ο Ανδρέας Παπανδρέου τελικά έκανε πίσω ως προς την εφαρμογή της. Η διαφωνία εξελίχθηκε σε σοβαρή πολιτική ρήξη και ο Δρεττάκης παραιτήθηκε από το υπουργείο Οικονομικών στις 23 Ιουνίου 1982.

Γι' αυτό η υπόθεση Δρεττάκη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Δεν πρόκειται απλώς για μια προσωπική διαφωνία δύο πολιτικών. Αφορά ένα διαχρονικό ερώτημα: ποιος πρέπει να πληρώνει περισσότερο για τη λειτουργία του κράτους — αυτός που ζει κυρίως από την εργασία και το εισόδημά του ή αυτός που διαθέτει μεγάλη συσσωρευμένη περιουσία ή μήπως κάτι άλλο;

Ο Δρεττάκης τάχθηκε ξεκάθαρα υπέρ της δεύτερης λογικής, προσπαθώντας να κάνει τη φορολογία περισσότερο προοδευτική. Και το γεγονός ότι η μικρή ακίνητη περιουσία προστατευόταν από αφορολόγητο όριο είναι κρίσιμο για να κατανοήσουμε σωστά το μέτρο.

Είναι, επομένως, μεγάλο λάθος  να λέμε απλώς ότι «ο Δρεττάκης έβαλε φόρο σε όλους όσοι είχαν ένα σπίτι». Πιο ακριβές είναι να πούμε ότι προσπάθησε να επιβάλει προοδευτική φορολογία στον συσσωρευμένο ακίνητο πλούτο, προστατεύοντας παράλληλα τις μικρότερες περιουσίες.

Η παραίτησή του το 1982 έγινε έτσι σύμβολο μιας πολιτικής σύγκρουσης που παραμένει επίκαιρη: αν η φορολογική δικαιοσύνη σημαίνει ίση φορολογία για όλους ή μεγαλύτερη συνεισφορά από εκείνους που έχουν μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα.

Σχόλια