Θυμάμαι, μαθητής των πρώτων τάξεων του γυμνασίου, όταν διάβαζα το βιβλίο του Γερμανού Σέραμ,
"Θεοί, Τάφοι και Σοφοί", πόσο με είχε συνεπάρει το κεφάλαιο με την ανεύρεση του ασύλητου τάφου του Αιγύπτιου φαραώ Τουταγχαμών από τον Βρετανό αιγυπτιολόγο Χάουαρντ Κάρτερ. Αυτό που με είχε εντυπωσιάσει βέβαια ήταν ο πλούτος των κτερισμάτων που βρέθηκαν στο τάφο και τα τρικ που είχαν εφαρμόσει οι Αιγύπτιοι κατασκευαστές του τάφου για να εμποδίσουν τους τυμβωρύχους και τους ιερόσυλους να τον λεηλατήσουν. Εκείνο, όμως, που πραγματικά με καθήλωσε ήταν η περιγραφή της ανεύρεσης της χρυσής λάρνακας που έκρυβε το σώμα του νεκρού βασιλιά ή καλύτερα τις πέντε, εάν θυμάμαι καλά, λάρνακες, η μία μέσα στην άλλη, σαν τις ρώσικες μπαμπούσκες, που κράτησαν ανέπαφο το ταριχευμένο σώμα του νεαρού φαραώ για τρεις και πλέον χιλιετίες. Η ολόχρυση (111 κιλά χρυσού) και τελευταία ήταν αυτή που είχε το μοναδικό προνόμιο να κρατήσει ανέπαφη την εικόνα του νεαρού βασιλιά για τις επόμενες χιλιετηρίδες.
Αργότερα ως φοιτητής διάβασα το ημερολόγιο του Κάρτερ που τήρησε τρία χρόνια αργότερα, το 1925, κατά τη διαδικασία αφαίρεσης των σπάργανων από τη μούμια και την αποκάλυψη, κάτω, από τη χρυσή μάσκα του κακά διατηρημένου κρανίου του βασιλιά. Στην έναρξη της διαδικασίας ο Κάρτερ έγραψε στο ημερολόγιό του: "Today has been a great day in the history of archaeology..." και συνέχισε ότι, μετά από χρόνια ανασκαφής, συντήρησης και καταγραφής, έφτασε επιτέλους η στιγμή να δουν στην πραγματικότητα αυτό που μέχρι τότε μπορούσαν μόνο να υποθέσουν!
Ο Κάρτερ ήταν από τους λίγους τυχερούς αρχαιολόγους που "συνάντησαν την ιστορία" στην αμεσότητά της, σχεδόν in vivo, και όχι ως αποτέλεσμα συλλογισμών, συνδυασμών, μαρτυριών, υποθέσεων και τεκμηρίωσης in vitro.
Η ανακάλυψη του τάφου του Τουταγχαμών από τον Χάουαρντ Κάρτερ προκάλεσε παγκόσμιο θαυμασμό, αλλά στην Αίγυπτο απέκτησε γρήγορα πολιτική σημασία. Η χώρα, μόλις απαλλαγμένη τυπικά από τη βρετανική κυριαρχία, είδε στον νεαρό φαραώ ένα ισχυρό σύμβολο της αρχαίας και ανεξάρτητης ιστορίας της. Ο πλούτος του τάφου ενίσχυσε το λεγόμενο "φαραωνικό" ρεύμα και την πεποίθηση ότι οι σύγχρονοι Αιγύπτιοι αποτελούν κληρονόμους ενός πανάρχαιου πολιτισμού. Παράλληλα, όμως, ξέσπασε αντιπαράθεση για τον έλεγχο των αρχαιοτήτων. Η αποκλειστική συνεργασία του Κάρτερ με τους Times του Λονδίνου προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στον αιγυπτιακό Τύπο. Οι εθνικιστές κατήγγειλαν ότι η πολιτιστική κληρονομιά της χώρας αντιμετωπίζεται σαν ξένη ιδιοκτησία. Το 1924 η σύγκρουση κορυφώθηκε, όταν οι αιγυπτιακές αρχές έκλεισαν προσωρινά τον τάφο στον Κάρτερ. Η διαμάχη ενίσχυσε την απαίτηση για αιγυπτιακό έλεγχο των αρχαιολογικών ευρημάτων. Οι θησαυροί του Τουταγχαμών παρέμειναν τελικά στην Αίγυπτο. Η ανακάλυψη ενθάρρυνε επίσης νέους Αιγύπτιους να στραφούν στην αιγυπτιολογία και στη μελέτη των ιερογλυφικών. Έτσι, ο Τουταγχαμών έπαυσε να είναι μόνο ένας αρχαίος βασιλιάς και μετατράπηκε σε σύμβολο εθνικής υπερηφάνειας. Η ανακάλυψη του τάφου του συνέβαλε τελικά στη μετατροπή της αρχαιολογίας σε ζήτημα πολιτιστικής κυριαρχίας και εθνικής ταυτότητας.
Χρόνια αργότερα, ως φοιτητής πλέον, μελέτησα το χρονικό μιας άλλης ανάλογης ως προς τις επιπτώσεις ανακάλυψης ενός τάφου, αυτής που έλαβε χώρα στα δικά μας εδάφη, στη Μακεδονία. Την περίοδο 1965 και 1969, ο διαπρεπής Έλληνας καθηγητής αρχιτεκτονικής και αρχαιολόγος Νικόλαος Μουτσόπουλος πραγματοποιούσε ανασκαφές στα ερείπια της Βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου, στο ομώνυμο, απομονωμένο νησάκι της Μικρής Πρέσπας. Εκεί, στο νότιο κλίτος του ναού, η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως τέσσερις τάφους. Ο λεγόμενος «Τάφος Γ» έκρυβε έναν ανδρικό σκελετό, τυλιγμένο με πολυτελή, χρυσοκέντητα βυζαντινά μεταξωτά υφάσματα που έφεραν παραστάσεις δικέφαλων αετών και παπαγάλων, σύμβολα που υποδείκνυαν βασιλική ή ηγεμονική ιδιότητα. Όπως ακριβώς ο Κάρτερ αναγνώρισε τον Τουταγχαμών κάτω από τη χρυσή μάσκα, έτσι και ο Μουτσόπουλος βρέθηκε μπροστά σε μια συγκλονιστική "in vivo" συνάντηση με την ιστορία. Η ανθρωπολογική εξέταση αποκάλυψε ένα βαθύ, στραβά επουλωμένο κάταγμα στο αριστερό αντιβράχιο του σκελετού. Το εύρημα αυτό ταυτιζόταν απόλυτα με τις βυζαντινές πηγές, οι οποίες κατέγραφαν ότι ο τσάρος των Βουλγάρων Σαμουήλ είχε τραυματιστεί σοβαρά στο ίδιο ακριβώς σημείο κατά τη Μάχη του Σπερχειού το 997 μ.Χ., προτού ηττηθεί οριστικά το 1014 στη Μάχη στο Κλειδί από τον Αυτοκράτορα Βασίλειο Β΄ τον Βουλγαροκτόνο.
Η ανακάλυψη του Μουτσόπουλου, όμως, δεν περιορίστηκε στα στενά όρια της επιστημονικής επιτυχίας. Όπως συνέβη και με τον φαράω στην Αίγυπτο, τα οστά του μεσαιωνικού ηγεμόνα απέκτησαν αμέσως τεράστια πολιτική και γεωπολιτική σημασία, πυροδοτώντας ένα διπλωματικό θρίλερ στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, η ανακοίνωση της εύρεσης του τάφου προκάλεσε την άμεση και έντονη αντίδραση των Σκοπίων (που τότε αποτελούσαν την Ομόσπονδη Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας στο πλαίσιο της κομμουνιστικής Γιουγκοσλαβίας του Τίτο). Το καθεστώς των Σκοπίων είχε ήδη αρχίσει να οικοδομεί ένα εθνικο-ιστορικό αφήγημα, επιχειρώντας τη "μακεδονοποίηση" του Σαμουήλ. Υποστήριζαν σθεναρά ότι ο Σαμουήλ δεν ήταν Βούλγαρος, αλλά ο ιδρυτής και ηγέτης ενός "μακεδονικού" μεσαιωνικού κράτους. Η επίσημη αντίδραση των Σκοπίων στην ανακάλυψη ήταν μια προσπάθεια ιδιοποίησης του ευρήματος: επιχείρησαν να αμφισβητήσουν την ελληνική κυριότητα των οστών και να εργαλειοποιήσουν την ανασκαφή, προκειμένου να στηρίξουν διεθνώς τη δική τους θεωρία περί ξεχωριστής εθνότητας με δική της εθνική ταυτότητα. Αυτή η στάση των Σκοπίων εξόργισε τη Βουλγαρία, η οποία έβλεπε στον Σαμουήλ τον δικό της μεγάλο εθνικό ήρωα. Το κομμουνιστικό καθεστώς της Σόφιας χρησιμοποίησε την ανακάλυψη του Έλληνα αρχαιολόγου ως απάντηση στα Σκόπια, τονίζοντας ότι όλες οι σύγχρονες βυζαντινές πηγές αποκαλούσαν τον Σαμουήλ «ηγέτη των Βουλγάρων». Έκτοτε, η Σόφια άρχισε να ασκεί διαρκή πολιτική πίεση στην Αθήνα, απαιτώντας την επιστροφή των οστών για να ταφούν με τιμές αρχηγού κράτους.
Η Ελλάδα, μέσω του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ), αντέδρασε θεσμικά και ψύχραιμα. Ξεκαθάρισε ότι τα οστά αποτελούν ιδιοκτησία του ελληνικού κράτους, καθώς βρέθηκαν σε ελληνικό έδαφος. Παράλληλα, η Αθήνα έθεσε ως απαράβατο διπλωματικό όρο για κάθε συζήτηση επιστροφής την αμοιβαιότητα: να επιστρέψει η Βουλγαρία τα εκατοντάδες ανεκτίμητα βυζαντινά χειρόγραφα και κειμήλια που είχαν λεηλατήσει τα στρατεύματα κατοχής της από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοινίσσης, στη Δράμα το 1917.
Έτσι, ο Σαμουήλ, όπως ακριβώς και ο Τουταγχαμών, έπαψε να είναι απλώς ένας παλιός βασιλιάς κλεισμένος στη σιωπή του τάφου του. Μετατράπηκε σε ένα πανίσχυρο σύμβολο εθνικής υπερηφάνειας, πολιτιστικής κυριαρχίας και διεκδικήσεων, με τα οστά του να παραμένουν μέχρι σήμερα στα εργαστήρια του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη, ως ένας ζωντανός μάρτυρας των ατελείωτων ιστορικών παθών των Βαλκανίων.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου