ΡΩΤΗΣΑ ΤΟ ΑΙ: ΑΠΟ ΤΟ ΜΠΟΓΚΟΜΟΛΕΤΣ ΣΤΗΝ ΠΛΑΣΜΑΦΑΙΡΕΣΗ

Η ιδέα ότι η επιστήμη μπορεί να νικήσει τον χρόνο δεν είναι καθόλου καινούργια. Πολύ πριν από τη
σημερινή βιομηχανία του «anti-aging», ο 20ός αιώνας γνώρισε μια σειρά από ορούς, ορμόνες, χειρουργικές επεμβάσεις, χάπια και ενέσεις που υπόσχονταν ανανέωση, ζωτικότητα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, παράταση της ζωής σε ηλικίες που έμοιαζαν μέχρι τότε αδιανόητες.

Στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα η «αναζωογόνηση» έγινε σχεδόν επιστημονική μόδα. Ο Αυστριακός ενδοκρινολόγος Eugen Steinach έγινε διάσημος για τη χειρουργική μέθοδο που έφερε το όνομά του και η οποία υποτίθεται ότι μπορούσε να αποκαταστήσει τη χαμένη νεανική ζωτικότητα μέσω επέμβασης στους γεννητικούς αδένες. Την ίδια εποχή ο Serge Voronoff, Ρώσος χειρουργός εγκατεστημένος στη Γαλλία, έγινε παγκοσμίως γνωστός για τις μεταμοσχεύσεις ιστού από όρχεις πιθήκων σε ανθρώπους. Η θεωρία ήταν ότι ο «νεανικός» ζωικός ιστός θα μπορούσε να μεταφέρει στον γερασμένο οργανισμό τις ιδιότητες της νεότητας.

Η δημοσιότητα υπήρξε τεράστια. Οι εφημερίδες φιλοξενούσαν ιστορίες για ανθρώπους που υποτίθεται ότι ξαναβρήκαν τη χαμένη τους ενεργητικότητα, ενώ γύρω από τις μεθόδους αυτές δημιουργήθηκε μια ολόκληρη αγορά. Η υπόσχεση δεν χρειαζόταν πλέον να συνοδεύεται από ένα χειρουργικό τραπέζι. Κυκλοφόρησαν χάπια, τονωτικά, εκχυλίσματα και καλλυντικά που απευθύνονταν σε όσους φοβούνταν τα σημάδια της ηλικίας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε το Phyllosan, ένα προϊόν που διαφημιζόταν ιδιαίτερα στους ανθρώπους άνω των σαράντα. Οι διαφημίσεις του μιλούσαν για ενίσχυση της ενέργειας και της ζωτικότητας, αξιοποιώντας έναν φόβο που παραμένει μέχρι σήμερα: ότι η ηλικία σημαίνει αναπόφευκτα απώλεια δύναμης, διάθεσης και νεανικής εμφάνισης.

Και ύστερα ήρθε ο Αλεξάντερ Μπογκομόλετς. Ο Σοβιετικός παθοφυσιολόγος ανέπτυξε τον λεγόμενο αντι-δικτυοενδοθηλιακό κυτταροτοξικό ορό, γνωστό ως ACS. Η έρευνά του βασιζόταν σε μια θεωρία για τον συνδετικό ιστό και τη λειτουργία του οργανισμού, όμως γύρω από τον ορό δημιουργήθηκε μια πολύ μεγαλύτερη προσδοκία. Ο Μπογκομόλετς συνδέθηκε με την ιδέα ότι η επιστήμη μπορούσε να παρατείνει θεαματικά την ανθρώπινη ζωή.

Το 1944 το αμερικανικό περιοδικό Time έγραφε ότι Σοβιετικοί επιστήμονες απέδιδαν στον ορό ιδιότητες που μπορούσαν να επιταχύνουν την επούλωση και να ενισχύσουν τις άμυνες του οργανισμού, ενώ η σχετική δημοσιότητα έφτασε μέχρι την υπόθεση ότι ο άνθρωπος θα μπορούσε να ζήσει έως τα 125 χρόνια. Λίγα χρόνια αργότερα, ο ίδιος ο Μπογκομόλετς συνδεόταν με ακόμη υψηλότερες προσδοκίες, έως και τα 150 χρόνια.

Η ιδέα πέρασε και στην Ελλάδα. Ένα χαρακτηριστικό τεκμήριο δεν βρίσκεται σε επιστημονικό περιοδικό αλλά στον κινηματογράφο. Στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Αλίμονο στους νέους», του 1961, η αγωνία απέναντι στα γηρατειά βρίσκεται στο κέντρο της ιστορίας. Ο ηλικιωμένος ήρωας ονειρεύεται να ξαναγίνει νέος και η νεότητα παρουσιάζεται ως κάτι τόσο επιθυμητό ώστε να αξίζει ακόμη και μια συμφωνία με τον διάβολο.

Η αναφορά στον Μπογκομόλετς μέσα στην ταινία έχει ιδιαίτερη σημασία. Το όνομα του Σοβιετικού επιστήμονα και η ιδέα του «ορού» που συνδεόταν με την παράταση της ζωής ήταν αρκετά γνωστά ώστε να αποτελούν αντικείμενο καθημερινής συζήτησης και, τελικά, κωμωδίας. Η ταινία λειτουργεί έτσι και ως ένα μικρό κοινωνικό ντοκουμέντο: δείχνει ότι η αναζήτηση της νεότητας είχε περάσει από τα εργαστήρια και τις εφημερίδες στη λαϊκή φαντασία.

Λίγα χρόνια αργότερα, μια γυναίκα θα γίνει το νέο μεγάλο όνομα της αντιγήρανσης. Η Ρουμάνα γιατρός Ana Aslan συνδέθηκε από τη δεκαετία του 1950 με το Gerovital H3, μια θεραπεία με βάση την προκαΐνη, την οποία παρουσίασε ως μέσο αντιμετώπισης ορισμένων εκδηλώσεων της γήρανσης. Το Gerovital απέκτησε διεθνή φήμη και σταδιακά μετατράπηκε σε ένα ολόκληρο εμπορικό οικοσύστημα φαρμακευτικών και καλλυντικών προϊόντων.

Όπως και στην περίπτωση του Μπογκομόλετς, η επιστημονική υπόθεση και η δημόσια εικόνα της θεραπείας δεν ήταν πάντα το ίδιο πράγμα. Η Gerovital έγινε σύμβολο μιας εποχής κατά την οποία η γήρανση άρχισε να αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως φυσική διαδικασία αλλά ως κάτι που ίσως μπορούσε να καθυστερήσει ή να τροποποιηθεί.

Και εδώ η ιστορία φτάνει στο σήμερα.

Η πλασμαφαίρεση είναι καταρχήν μια καθιερωμένη ιατρική τεχνική, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αποτελεί καθιερωμένη θεραπεία για τη γήρανση. Στην κλινική της χρήση, η λεγόμενη θεραπευτική ανταλλαγή πλάσματος (Therapeutic Plasma Exchange – TPE) εφαρμόζεται σε ασθενείς με συγκεκριμένες παθήσεις, όταν υπάρχει ιατρικός λόγος να απομακρυνθούν από το αίμα παθολογικές ουσίες, όπως ορισμένα αυτοαντισώματα. Ανάλογα με την πάθηση, χρησιμοποιείται σε νοσοκομειακά ή εξειδικευμένα κέντρα αφαίρεσης, υπό την ευθύνη γιατρών και ειδικά εκπαιδευμένου προσωπικού.

Σε αυτή την καθιερωμένη κλινική χρήση, λοιπόν, ο στόχος δεν είναι να γίνει κάποιος νεότερος. Είναι να αντιμετωπιστεί μια συγκεκριμένη ασθένεια ή μια σοβαρή παθολογική κατάσταση. Η θεραπευτική πλασμαφαίρεση έχει θέση, μεταξύ άλλων, σε ορισμένες νευρολογικές, αιματολογικές, ανοσολογικές και νεφρολογικές παθήσεις. Η ένδειξη εξαρτάται από τη συγκεκριμένη νόσο και τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα.

Διαφορετικό είναι το πεδίο στο οποίο η ίδια τεχνολογία έχει αρχίσει να εμφανίζεται στην αμερικανική αγορά longevity. Εκεί η πλασμαφαίρεση προσφέρεται σε ανθρώπους που δεν πάσχουν κατ’ ανάγκην από κάποια νόσο για την οποία έχει ένδειξη η TPE, αλλά αναζητούν τρόπους να καθυστερήσουν τη γήρανση ή να βελτιώσουν τη λεγόμενη «βιολογική ηλικία». Η υπόθεση που διερευνάται είναι ότι η αφαίρεση μέρους του πλάσματος και η αντικατάστασή του —συχνά με λευκωματίνη και κατάλληλα υγρά— μπορεί να μειώσει τη συγκέντρωση ορισμένων κυκλοφορούντων παραγόντων που συνδέονται με τη γήρανση.

Αυτή όμως είναι ερευνητική υπόθεση και όχι αποδεδειγμένη θεραπεία αντιγήρανσης. Το γεγονός ότι η διαδικασία είναι πραγματική ιατρική τεχνολογία δεν αποδεικνύει ότι η χρήση της σε υγιείς ανθρώπους παρατείνει τη ζωή ή αντιστρέφει τη γήρανση. Πρόκειται για μια κρίσιμη διάκριση, ιδιαίτερα επειδή η διαδικασία μπορεί να παρουσιάζεται στην αγορά της longevity με πολύ πιο φιλόδοξους όρους από εκείνους που δικαιολογούν τα σημερινά κλινικά δεδομένα.

Η διάκριση γίνεται ακόμη πιο σημαντική στην περίπτωση του λεγόμενου «νεανικού πλάσματος». Εδώ δεν μιλάμε απλώς για αφαίρεση του πλάσματος του ίδιου του ασθενούς, αλλά για χορήγηση πλάσματος από νέους δότες. Ορισμένες αμερικανικές επιχειρήσεις είχαν προσφέρει τέτοιες εγχύσεις σε ηλικιωμένους, έναντι χιλιάδων δολαρίων, προβάλλοντας την ιδέα ότι το νεανικό πλάσμα μπορεί να έχει αντιγηραντικές ή άλλες ευεργετικές ιδιότητες. Ο αμερικανικός FDA έχει προειδοποιήσει ότι τέτοιες χρήσεις δεν έχουν αποδειχθεί και ότι το «young plasma» δεν είναι εγκεκριμένη θεραπεία για την αντιγήρανση.

Η σημερινή εικόνα, επομένως, είναι πιο σύνθετη από μια απλή συνέχεια των παλιών «ελιξιρίων νεότητας». Η κλινική πλασμαφαίρεση είναι καθιερωμένη ιατρική πράξη για συγκεκριμένες παθήσεις. Η χρήση της όμως αποκλειστικά για longevity ή anti-aging βρίσκεται σε διαφορετικό επίπεδο: αποτελεί αντικείμενο έρευνας και ταυτόχρονα έχει ήδη δημιουργήσει μια ακριβή ιδιωτική αγορά στις ΗΠΑ. Εκεί οι τιμές μπορεί να φτάσουν αρκετές χιλιάδες δολάρια ανά συνεδρία, χωρίς η αντιγηραντική αποτελεσματικότητα να έχει αποδειχθεί όπως θα απαιτούσε μια καθιερωμένη θεραπευτική ένδειξη.

Και ακριβώς αυτή η απόσταση ανάμεσα στην ιατρική πράξη, την ερευνητική υπόθεση και την εμπορική υπόσχεση είναι που συνδέει με έναν απροσδόκητο τρόπο τη σημερινή πλασμαφαίρεση με την ιστορία του Μπογκομόλετς. Ο ορός του ήταν ένα πραγματικό επιστημονικό παρασκεύασμα, αλλά γύρω από αυτόν αναπτύχθηκε μια πολύ μεγαλύτερη αφήγηση για την παράταση της ανθρώπινης ζωής. Σήμερα έχουμε μια πολύ πιο προηγμένη τεχνολογία και πολύ αυστηρότερη επιστημονική μεθοδολογία — αλλά το ερώτημα παραμένει το ίδιο: μπορούμε άραγε να αλλάξουμε το βιολογικό περιβάλλον του οργανισμού ώστε να καθυστερήσουμε τη γήρανση;


Σχόλια